Ζυρίχη – Σε μια προσπάθεια να ανακόψει την δραματική πτώση των δεικτών γονιμότητας, η γαλλική κυβέρνηση εγκαινιάζει μια αμφιλεγόμενη πρακτική, αποστέλλοντας επίσημες επιστολές σε όλες τις γυναίκες που συμπληρώνουν το 29ο έτος της ηλικίας τους.
Η κίνηση αυτή, η οποία έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις και εκτός των γαλλικών συνόρων, ιδιαίτερα στη γειτονική Ελβετία, στοχεύει στην ενημέρωση για τη δυνατότητα δωρεάν κατάψυξης ωαρίων.
Το μέτρο δεν περιορίζεται μόνο στον γυναικείο πληθυσμό, καθώς αντίστοιχη ενημέρωση προβλέπεται και για τους άνδρες, με εστίαση σε ζητήματα υπογονιμότητας και λύσεις που προσφέρει η σύγχρονη αναπαραγωγική ιατρική.
Ωστόσο, η πρωτοβουλία του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν φαίνεται να προσκρούει στην σκληρή οικονομική πραγματικότητα που βιώνουν τα νοικοκυριά, με τους πολίτες να αντιτείνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη βιολογικής ενημέρωσης, αλλά η οικονομική αδυναμία στήριξης μιας οικογένειας.
Ιστορικό χαμηλό και εκτόξευση της συνειδητής ατεκνίας
Η δημογραφική κρίση δεν αποτελεί γαλλικό προνόμιο, καθώς η Ελβετία καταγράφει εξίσου ανησυχητικά στοιχεία.
Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα των ομοσπονδιακών αρχών, ο μέσος όρος παιδιών ανά γυναίκα κατρακύλησε στο 1,29 το 2024, σημειώνοντας τη χαμηλότερη τιμή από την έναρξη της τήρησης αρχείων.
Η τάση αυτή συνοδεύεται από μια σαφή μείωση στις γεννήσεις τρίτων τέκνων, καθώς το κοινωνικό πρότυπο φαίνεται να περιορίζεται πλέον αυστηρά στην οικογένεια με δύο παιδιά το μέγιστο.
Παράλληλα, παρατηρείται μια θεαματική αλλαγή στη στάση των πολιτών απέναντι στην ίδια την ιδέα της γονεϊκότητας.
Μέσα σε μία δεκαετία, από το 2013 έως το 2023, το ποσοστό των ανθρώπων που δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν να αποκτήσουν καθόλου παιδιά σχεδόν τριπλασιάστηκε, ανεβαίνοντας από το 6% στο 17%.
Η αβεβαιότητα για το μέλλον και ο φόβος για τις επιπτώσεις στην επαγγελματική εξέλιξη κυριαρχούν, με την πλειοψηφία των Ελβετών να εκφράζει την ανησυχία ότι η απόκτηση παιδιών θα λειτουργήσει ως τροχοπέδη στην καριέρα τους.
«Τιμωρία» η απόκτηση παιδιών λόγω κόστους
Η συζήτηση γύρω από την κρατική παρέμβαση έχει αναδείξει την οργή πολλών πολιτών, οι οποίοι θεωρούν ότι οι κυβερνήσεις εστιάζουν στο λάθος πρόβλημα.
Χαρακτηριστικές είναι οι αντιδράσεις που καταγράφονται στον δημόσιο διάλογο, όπου τονίζεται ότι το ζητούμενο δεν είναι η «παρακίνηση» αλλά η ουσιαστική «ελάφρυνση».
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας, το κόστος ανατροφής ενός παιδιού στην Ελβετία μέχρι την ενηλικίωσή του κυμαίνεται μεταξύ 200.000 και 250.000 φράγκων, ποσό απαγορευτικό για μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Πολίτες επισημαίνουν ότι η δημιουργία οικογένειας στη σημερινή εποχή μοιάζει με οικονομική τιμωρία, καθώς ένα τυπικό εισόδημα δεν επαρκεί πλέον για την κάλυψη των αναγκών.
Η αίσθηση ότι το κράτος αδιαφορεί για την καθημερινή οικονομική ασφυξία των νοικοκυριών είναι διάχυτη, με πολλούς γονείς να περιγράφουν την Ελβετία ως ένα περιβάλλον εχθρικό προς την οικογένεια, αμέσως μετά την απόκτηση του πρώτου παιδιού.
Αντιδράσεις για την «εργαλειοποίηση» των γυναικών
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η κριτική που ασκείται στη λογική της κρατικής πίεσης για τεκνοποίηση χάριν της οικονομικής ανάπτυξης.
Γυναίκες που επιθυμούν διακαώς να γίνουν μητέρες δηλώνουν απογοητευμένες, εξηγώντας ότι οι συνθήκες ζωής, η πλήρης απασχόληση και η δυσκολία αποπληρωμής λογαριασμών καθιστούν την απόκτηση παιδιού μια ανεύθυνη επιλογή υπό τις παρούσες συνθήκες.
Η λήψη μιας κυβερνητικής επιστολής που θα τις προέτρεπε να τεκνοποιήσουν θα γινόταν δεκτή με πικρία και όχι ως βοήθεια.
Σκληρότερες φωνές κάνουν λόγο για υποβάθμιση των γυναικών σε ρόλο «θερμοκοιτίδων» για την εξυπηρέτηση της οικονομίας.
Υποστηρίζουν ότι αντί να προσαρμοστεί το οικονομικό μοντέλο ώστε να επιτρέπει την αξιοπρεπή διαβίωση, ζητείται από τους πολίτες να αναπαραχθούν απλώς για να συντηρήσουν το σύστημα.
Η έλλειψη εμπιστοσύνης στα κίνητρα των κυβερνήσεων είναι εμφανής, με πολλούς να αμφισβητούν αν πίσω από τέτοιες πρωτοβουλίες κρύβεται πραγματικό ενδιαφέρον για το κοινό καλό ή απλώς η αγωνία για τη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών ταμείων.