Γερμανία – Σοβαρές τριβές στους κόλπους της ιατρικής κοινότητας στη Γερμανία φέρνει στο φως δημοσιογραφική έρευνα, αποκαλύπτοντας ένα καθεστώς πίεσης και οικονομικής εκμετάλλευσης πίσω από τα ραντεβού σε ειδικούς γιατρούς.
Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται η πρακτική ορισμένων ειδικών γιατρών (Fachärzte) να απαιτούν από τους οικογενειακούς γιατρούς (Hausärzte) την έκδοση παραπεμπτικών με την ένδειξη του «κατεπείγοντος», ακόμη και όταν δεν συντρέχει ιατρικός λόγος, προκειμένου να εισπράξουν τις προβλεπόμενες προσαυξήσεις.
Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε το γερμανικό δίκτυο WDR, στην οποία συμμετείχαν εκατοντάδες γιατροί, αναδεικνύεται μια εικόνα δυσαρέσκειας και καταγγελιών.
Περισσότεροι από 750 σε σύνολο περίπου 800 ερωτηθέντων οικογενειακών γιατρών από όλη τη χώρα δήλωσαν πως έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με τέτοιες πρακτικές.
Το φαινόμενο αφορά τη λεγόμενη «διαμεσολάβηση οικογενειακού γιατρού» (Hausarztvermittlungsfall) και τους κωδικούς επείγοντος, εργαλεία που θεσμοθετήθηκαν για να εξυπηρετούνται άμεσα τα πραγματικά επείγοντα περιστατικά, αλλά φαίνεται πως εργαλειοποιούνται για οικονομικούς λόγους.
Πίεση για παραπεμπτικά και απώλεια εμπιστοσύνης
Η καθημερινότητα στα ιατρεία της πρωτοβάθμιας φροντίδας περιγράφεται ως ιδιαίτερα πιεστική.
Η οικογενειακή γιατρός Laura Dahlhaus από την πόλη Borken επιβεβαιώνει το πρόβλημα, σημειώνοντας πως είναι συχνό φαινόμενο οι ασθενείς να χρειάζονται τη διαμεσολάβηση του παθολόγου απλώς και μόνο για να εξασφαλίσουν ένα ραντεβού, ανεξάρτητα από το αν η περίπτωσή τους είναι όντως επείγουσα.
Αυτή η πρακτική φέρνει τους οικογενειακούς γιατρούς σε εξαιρετικά δύσκολη θέση: από τη μια πλευρά απαγορεύεται να εκδώσουν επείγον παραπεμπτικό μόνο για να παρακαμφθεί η λίστα αναμονής χωρίς ιατρική αιτιολόγηση, και από την άλλη δέχονται την οργή των ασθενών όταν αρνούνται.
Γιατρός από την περιοχή της Ρηνανίας περιγράφει την κατάσταση με μελανά χρώματα, αναφέροντας πως παρά τις εξηγήσεις, οι ασθενείς συχνά αντιδρούν με θυμό και ύβρεις όταν δεν λαμβάνουν το «μαγικό χαρτί» που θα τους ανοίξει την πόρτα του ειδικού.
Αυτό έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τη διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ γιατρού και ασθενούς, αλλά και τη δημιουργία ενός τοξικού κλίματος εντός των ιατρείων.
Παρόλα αυτά, στην έρευνα του WDR, αρκετοί γιατροί παραδέχονται πως τελικά υποκύπτουν και εκδίδουν τα παραπεμπτικά χωρίς πολλές ερωτήσεις, φοβούμενοι ότι σε αντίθετη περίπτωση οι ασθενείς τους θα μείνουν χωρίς φροντίδα.
Αντιφάσεις και οικονομικά κίνητρα
Η απάντηση από την πλευρά των ειδικών γιατρών μέσω του συνδέσμου τους (SpiFa) παρουσιάζει ενδιαφέρουσες αντιφάσεις.
Ενώ ο σύνδεσμος απορρίπτει ρητά την εργαλειοποίηση των μηχανισμών επείγοντος, υπεραμύνεται των επιπλέον χρεώσεων, χαρακτηρίζοντάς τις «δικαιολογημένες» για την επέκταση της προσφοράς υπηρεσιών.
Ωστόσο, στην ίδια ανακοίνωση παραδέχεται πως τα εργαλεία αυτά χρησιμεύουν μόνο για την προτεραιοποίηση εντός των υπαρχουσών δυνατοτήτων και «δεν δημιουργούν επιπλέον χρόνο θεραπείας».
Το Ομοσπονδιακό Ελεγκτικό Συνέδριο (Bundesrechnungshof), το οποίο εξέτασε τον νόμο για τις υπηρεσίες ραντεβού του 2019, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι παρά το υψηλό πρόσθετο κόστος, ο μέσος χρόνος αναμονής για τους ασθενείς όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά αυξήθηκε.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η οικονομική σκοπιμότητα ομολογείται ανοιχτά. Ο ωτορινολαρυγγολόγος Uso Walter από το Ντούισμπουργκ δηλώνει ότι χωρίς αυτά τα επιπλέον έσοδα, τα ιατρεία σε συγκεκριμένες ειδικότητες δεν θα ήταν βιώσιμα.
Ακόμη και ορισμένοι οικογενειακοί γιατροί στην έρευνα δείχνουν κατανόηση για αυτό το οικονομικό αδιέξοδο των συναδέλφων τους, τονίζοντας όμως ότι η λύση δεν μπορεί να είναι η υπονόμευση της αξιοπιστίας του συστήματος.
Ελλιπής έλεγχος και πολιτική αδράνεια
Το ζήτημα της εποπτείας παραμένει ακανθώδες. Η Ένωση Ταμείων Υγείας (KV) της Βόρειας Ρηνανίας, δια στόματος του εκπροσώπου της Timo Krupp, αναφέρει πως από τον έλεγχο των χρεώσεων δεν προκύπτουν ενδείξεις κατάχρησης.
Ωστόσο, παραδέχεται πως οι έλεγχοι γίνονται μόνο σε επίπεδο εγγράφων και αριθμών, χωρίς φυσική εξέταση των ασθενών για να διαπιστωθεί αν υπήρχε όντως επείγουσα ανάγκη.
Με δεδομένο ότι καταγράφονται περίπου 150.000 περιπτώσεις διαμεσολάβησης ανά τρίμηνο, ο ουσιαστικός έλεγχος φαντάζει αδύνατος.
Παρόλο που το Ομοσπονδιακό Ελεγκτικό Συνέδριο και οι ασφαλιστικοί φορείς ζητούν την κατάργηση των τρεχόντων κανονισμών λόγω του δυσανάλογου κόστους χωρίς αντίκρισμα, η πολιτική λύση καθυστερεί.
Η πλειονότητα των οικογενειακών γιατρών εξακολουθεί να θεωρεί χρήσιμη τη δυνατότητα άμεσης παραπομπής για τα πραγματικά επείγοντα, αλλά δυσφορεί με το οικονομικό χάσμα και τον γραφειοκρατικό φόρτο.
Οι ασθενείς, από την πλευρά τους, δεν αναμένεται να δουν βελτίωση σύντομα, καθώς οι μεταρρυθμίσεις για την πρωτοβάθμια φροντίδα που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση παραμένουν ακόμη στα χαρτιά.