Bochum – Μια ριζοσπαστική προσέγγιση στην αντιμετώπιση του αθέμιτου ανταγωνισμού από το ηλεκτρονικό εμπόριο υιοθετεί ο τομέας του λιανικού εμπορίου στη Γερμανία, με αφορμή την απόφαση τοπικής επιχείρησης να επιβάλει οικονομική χρέωση για την παροχή συμβουλών. Η πρακτική της επίσκεψης σε φυσικά καταστήματα για την εξέταση προϊόντων, η οποία συχνά καταλήγει σε αγορές μέσω διαδικτύου, οδήγησε σε ένα αυστηρό αντίμετρο. Πλέον, οι πελάτες που αναζητούν εξειδικευμένη καθοδήγηση αλλά αποχωρούν με άδεια χέρια, καλούνται να καταβάλουν το ποσό των 25 ευρώ.
Η συγκεκριμένη εμπορική πολιτική εγείρει νέα δεδομένα στην αλληλεπίδραση μεταξύ καταναλωτών και εμπόρων, καθώς οι ιδιοκτήτες φυσικών καταστημάτων αναζητούν απεγνωσμένα τρόπους επιβίωσης. Σύμφωνα με αναφορές στον γερμανικό τύπο, το μέτρο εφαρμόζεται ήδη με στόχο την προστασία του χρόνου και της τεχνογνωσίας των υπαλλήλων, μετατρέποντας την παραδοσιακή δωρεάν εξυπηρέτηση σε μια υπηρεσία με απτό οικονομικό αντίκρισμα για όσους δεν προχωρούν σε αγορά.
Η ραγδαία εξάπλωση του Showrooming και οι συνέπειες στο λιανεμπόριο
Η συμπεριφορά των καταναλωτών έχει μεταβληθεί ριζικά τα τελευταία χρόνια, δημιουργώντας έναν νέο όρο στην αγορά που ονομάζεται «Showrooming». Το φαινόμενο αυτό περιγράφει την τάση των πελατών να επισκέπτονται τα παραδοσιακά καταστήματα αποκλειστικά για να δουν από κοντά τα προϊόντα, να τα δοκιμάσουν και να λάβουν αναλυτικές πληροφορίες από το εξειδικευμένο προσωπικό. Μόλις συγκεντρώσουν τα απαραίτητα δεδομένα για τα τεχνικά χαρακτηριστικά ή την εφαρμογή ενός είδους, αποχωρούν από τον φυσικό χώρο.
Στη συνέχεια, αναζητούν το ίδιο ακριβώς προϊόν σε χαμηλότερη τιμή μέσω διαδικτυακών πλατφορμών. Αυτή η πρακτική έχει δημιουργήσει ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τις τοπικές επιχειρήσεις, οι οποίες επωμίζονται το συνολικό κόστος της εξυπηρέτησης χωρίς να αποκομίζουν το παραμικρό κέρδος.
Ο εθνικός εμπορικός φορέας (Handelsverband Deutschland – HDE) παρακολουθεί στενά την εξέλιξη αυτής της τάσης, επισημαίνοντας τις καταστροφικές συνέπειες για τη βιωσιμότητα του κλάδου. Οι εκπρόσωποι του λιανεμπορίου αντιμετωπίζουν μια πολυεπίπεδη κρίση, καθώς εκτός από τον σκληρό ψηφιακό ανταγωνισμό, καλούνται να καλύψουν τα διαρκώς αυξανόμενα λειτουργικά έξοδα.
Τα υψηλά μισθώματα των εμπορικών ακινήτων στα κέντρα των πόλεων και το δυσβάσταχτο μισθολογικό κόστος για τη διατήρηση άρτια καταρτισμένου προσωπικού καθιστούν την απώλεια πωλήσεων, μετά από πολύωρη παροχή συμβουλών, μια εντελώς μη βιώσιμη συνθήκη. Η διαρροή εσόδων προς τα ηλεκτρονικά καταστήματα, τα οποία λειτουργούν με μηδαμινά έξοδα φυσικής παρουσίας και αποθήκευσης, αναγκάζει τους παραδοσιακούς εμπόρους να αναθεωρήσουν το βασικό μοντέλο λειτουργίας τους προκειμένου να αποφύγουν την οικονομική κατάρρευση.
Το μέτρο της χρέωσης στα καταστήματα Schulranzen Kranz
Μπροστά σε αυτή την ολοένα και πιο πιεστική οικονομική κατάσταση, η επιχείρηση Schulranzen Kranz, η οποία δραστηριοποιείται στον εξειδικευμένο τομέα των σχολικών ειδών και των εργονομικών τσαντών, αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση εφαρμόζοντας μια πρωτοφανή τιμολογιακή πολιτική. Η εταιρεία, η οποία διατηρεί φυσικά σημεία πώλησης στις πόλεις Bochum και Hagen, καθιέρωσε ένα σταθερό τέλος ύψους 25 ευρώ για την παροχή συμβουλών στους επισκέπτες της. Ο μηχανισμός λειτουργίας του νέου μέτρου είναι απολύτως σαφής και γνωστοποιείται εκ των προτέρων: εάν ο πελάτης, μετά την εκτενή και λεπτομερή ενημέρωση από το εξειδικευμένο προσωπικό του καταστήματος, αποφασίσει να μην αγοράσει κάποιο προϊόν, υποχρεούται να καταβάλει το προαναφερθέν ποσό ως άμεση αποζημίωση για τον εργασιακό χρόνο που του αφιερώθηκε.
Αντιθέτως, ο στρατηγικός σχεδιασμός προβλέπει την πλήρη ενσωμάτωση του κόστους αυτού στην τελική τιμή σε περίπτωση ολοκλήρωσης της συναλλαγής. Εφόσον ο καταναλωτής επιλέξει το προϊόν από το φυσικό κατάστημα, τα 25 ευρώ της συμβουλευτικής υπηρεσίας αφαιρούνται αυτόματα από το συνολικό ποσό πληρωμής στο ταμείο. Με αυτή την πρακτική, η διοίκηση της εταιρείας διασφαλίζει ότι οι πραγματικοί αγοραστές δεν επιβαρύνονται στο ελάχιστο, ενώ ταυτόχρονα αποτρέπει ενεργά όσους προσέρχονται αποκλειστικά με σκοπό την άντληση δωρεάν πληροφοριών για μελλοντικές διαδικτυακές αγορές. Πρόκειται για ένα αυστηρό μέτρο άμυνας απέναντι σε αυτό που οι σύγχρονοι έμποροι θεωρούν άδικη εκμετάλλευση των πολύτιμων πόρων τους.
Η διαχείριση των αντιδράσεων και το κοινωνικό αποτύπωμα
Η ρηξικέλευθη αυτή κίνηση στον χώρο του λιανεμπορίου προκάλεσε άμεσα το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, πυροδοτώντας εκτενείς δημόσιες συζητήσεις γύρω από τα όρια της καταναλωτικής ηθικής και τα θεμιτά δικαιώματα των τοπικών επιχειρήσεων. Εκπρόσωποι της εταιρείας Schulranzen Kranz διευκρίνισαν μέσω επίσημων τοποθετήσεων πως η εφαρμογή του τέλους των 25 ευρώ κρίθηκε απολύτως επιβεβλημένη για τη διάσωσή τους. Όπως τόνισαν, η διοίκηση της επιχείρησης δεν μπορούσε πλέον να ανέχεται σιωπηλά αυτό που περιέγραψαν ως ξεκάθαρη κλοπή των συμβουλευτικών τους υπηρεσιών. Ξεκαθάρισαν δε ότι η παροχή υψηλής ποιότητας εξυπηρέτησης απαιτεί διαρκή επένδυση σε χρόνο, υποδομές και συνεχή κατάρτιση του προσωπικού, στοιχεία που δεν γίνεται να προσφέρονται δωρεάν προς αποκλειστικό όφελος των ανταγωνιστικών ηλεκτρονικών πλατφορμών.
Στον αντίποδα, η αντίδραση του καταναλωτικού κοινού μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υπήρξε, παραδόξως, εξαιρετικά υποστηρικτική προς τον παραδοσιακό έμπορο λιανικής. Συμμετέχοντες στον δημόσιο διάλογο εξέφρασαν την απόλυτη κατανόησή τους για την σκληρή απόφαση, αναγνωρίζοντας έμπρακτα ότι τα φυσικά καταστήματα βρίσκονται σε εξαιρετικά μειονεκτική θέση απέναντι στα μεγαθήρια του διαδικτύου. Αρκετοί πολίτες επεσήμαναν ότι η επιβολή χρέωσης είναι απολύτως λογική και δίκαιη, ειδικά όταν πρόκειται για εξειδικευμένα αγαθά τα οποία απαιτούν ενδελεχή φυσική επίδειξη και εξατομικευμένη καθοδήγηση από γνώστες του αντικειμένου. Η γενικότερη αίσθηση που αποτυπώθηκε από τις αντιδράσεις είναι ότι η μακροπρόθεσμη επιβίωση του τοπικού εμπορίου εξαρτάται πλέον άμεσα από την υιοθέτηση τέτοιου είδους αμυντικών μηχανισμών προστασίας, προκειμένου να ανακοπεί η επέλαση των διαδικτυακών αγορών.