Ελβετία – Ένα περιστατικό που αναδεικνύει το αυστηρό πλαίσιο και το υψηλό κόστος των ιατρικών υπηρεσιών στην Ελβετία ήρθε στο φως της δημοσιότητας, αφορώντας έναν ασθενή ο οποίος κλήθηκε να καταβάλει το ποσό των 850 ελβετικών φράγκων επειδή ακύρωσε προγραμματισμένη εξέταση.
Η υπόθεση αφορά μια γαστροσκόπηση, την οποία ο ασθενής δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει λόγω οικογενειακού έκτακτου περιστατικού, ενημερώνοντας το ιατρείο λιγότερο από 24 ώρες πριν από την καθορισμένη ώρα.
Η αντίδραση του ιατρείου στην καθυστερημένη ακύρωση ήταν άμεση, αποστέλλοντας στον ασθενή τιμολόγιο ύψους 850 φράγκων ως «τέλος μη εμφάνισης» (No-Show-Gebühr).
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έγιναν γνωστά, ο άνδρας αιφνιδιάστηκε από το ύψος του ποσού και επικοινώνησε με τον γιατρό ζητώντας είτε τη διαγραφή είτε τη μείωση της χρέωσης, επικαλούμενος τους λόγους ανωτέρας βίας που τον εμπόδισαν να παραστεί.
Το αίτημά του ωστόσο απορρίφθηκε, με τον ιατρό να δηλώνει πως η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ γιατρού και ασθενούς έχει πλέον διαρρηχθεί.
Η θέση των οργανώσεων για την υπέρογκη χρέωση
Το ζήτημα προκάλεσε την παρέμβαση της Οργάνωσης Ασθενών της Ελβετίας (SPO), η οποία χαρακτήρισε την επιβολή ενός κατ’ αποκοπή ποσού 850 φράγκων ως εξαιρετικά προβληματική πρακτική.
Σύμφωνα με την τοποθέτηση του φορέα, οι γιατροί διατηρούν μεν το δικαίωμα να διεκδικήσουν αποζημίωση για οικονομική ζημία που προκύπτει από ακυρώσεις της τελευταίας στιγμής, ωστόσο το ύψος της αποζημίωσης πρέπει να είναι αναλογικό και πλήρως αιτιολογημένο.
Η SPO διευκρινίζει ότι καθοριστικός παράγοντας για τη νομιμότητα της χρέωσης είναι το κατά πόσον το ραντεβού μπόρεσε να καλυφθεί από άλλον ασθενή ή όχι.
Επιπλέον, τονίζεται ότι σε περιπτώσεις οικογενειακών εκτάκτων αναγκών αναμένεται μεγαλύτερη επιείκεια από την πλευρά των παρόχων υγείας.
Νομικά, δεν υφίσταται κάποιος αυστηρός κανόνας που να ορίζει το χρονικό όριο των 24 ωρών ως αποκλειστική προϋπόθεση, καθώς πρόκειται περισσότερο για μια ειθισμένη πρακτική του κλάδου παρά για νομοθετική επιταγή.
Οι εκπρόσωποι των ασθενών υπογραμμίζουν ότι δεν επιτρέπεται να χρεώνεται αυτόματα το πλήρες κόστος της θεραπείας που δεν πραγματοποιήθηκε, παρά μόνο η πραγματική ζημία που υπέστη το ιατρείο.
Η σύσταση προς τους πολίτες είναι να μην προχωρούν σε άμεση εξόφληση τέτοιων τιμολογίων χωρίς έλεγχο, αλλά να απαιτούν γραπτή τεκμηρίωση της ζημίας που επικαλείται ο ιατρός.
Οι προϋποθέσεις απαλλαγής σύμφωνα με τον ιατρικό σύλλογο
Από την πλευρά του, ο Ελβετικός Ιατρικός Σύλλογος (FMH) τηρεί μια πιο ουδέτερη στάση, επισημαίνοντας ότι κάθε περιστατικό πρέπει να αξιολογείται μεμονωμένα.
Ο φορέας δεν λαμβάνει θέση για το αν το ποσό των 850 φράγκων είναι δικαιολογημένο στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς αυτό εξαρτάται από τις ειδικές συνθήκες. Ωστόσο, διευκρινίζεται πως κρίσιμο στοιχείο αποτελεί η υπαιτιότητα του ασθενούς για την απουσία.
Σύμφωνα με τον FMH, εάν η απουσία οφείλεται σε αντικειμενική αδυναμία, όπως ξαφνική ασθένεια ή ατύχημα του ίδιου του ασθενούς, οι γιατροί δεν νομιμοποιούνται να επιβάλουν χρεώσεις.
Ακόμη και σε περιπτώσεις σοβαρών οικογενειακών ζητημάτων, ενδέχεται να δικαιολογείται η απαλλαγή από το τέλος ακύρωσης.
Παράλληλα, υπενθυμίζεται ότι οι γιατροί έχουν την υποχρέωση να περιορίζουν τη ζημία τους, προσπαθώντας για παράδειγμα να εξυπηρετήσουν νωρίτερα άλλους ασθενείς στο κενό που δημιουργήθηκε.
Ο ιατρικός σύλλογος αναγνωρίζει πως, ανάλογα με το είδος της προγραμματισμένης εξέτασης, η οικονομική απώλεια μπορεί πράγματι να ανέλθει σε εκατοντάδες φράγκα, ωστόσο αρνείται ότι υπάρχει δομικό πρόβλημα στον κλάδο σχετικά με αυτές τις χρεώσεις.