Γερμανία – Σε τροχιά σημαντικής επιδείνωσης βρίσκεται η δημοσιονομική εικόνα της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής οικονομίας, καθώς τα νέα στατιστικά στοιχεία υποδεικνύουν μια ραγδαία αύξηση των κρατικών οφειλών. Σύμφωνα με τους επίσημους υπολογισμούς της Κεντρικής Τράπεζας της Γερμανίας (Bundesbank), το συνολικό δημόσιο χρέος κατέγραψε άνοδο που ξεπερνά τα επίπεδα των προηγούμενων ετών, σπάζοντας εκ νέου τα αυστηρά όρια που θέτουν οι ευρωπαϊκές συνθήκες. Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει τις τεράστιες πιέσεις που δέχτηκαν τα κρατικά ταμεία από τις διαδοχικές διεθνείς κρίσεις, διαμορφώνοντας ένα εξαιρετικά απαιτητικό οικονομικό περιβάλλον για τον μελλοντικό σχεδιασμό της κεντρικής διοίκησης.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Το συνολικό δημόσιο χρέος της χώρας σημείωσε απότομη αύξηση, φτάνοντας τα 2,84 τρισεκατομμύρια ευρώ το 2025.
- Ο δείκτης χρέους προς το ΑΕΠ σκαρφάλωσε στο 63,5%, παραβιάζοντας για έκτη συνεχή χρονιά τη συνθήκη του Μάαστριχτ.
- Οι ιλιγγιώδεις δαπάνες για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης και την αμυντική θωράκιση τροφοδοτούν τον κρατικό δανεισμό.
Το άλμα στο κρατικό χρέος: Γιατί ο προϋπολογισμός δέχεται ασφυκτική πίεση
Η αναλυτική χαρτογράφηση των δημοσιονομικών δεδομένων αποκαλύπτει μια απότομη διόγκωση των κρατικών υποχρεώσεων, η οποία διαπερνά οριζόντια όλα τα επίπεδα της διοίκησης. Βάσει των στοιχείων που επεξεργάστηκε η Bundesbank, η συνολική οφειλή της χώρας αυξήθηκε κατά 144 δισεκατομμύρια ευρώ κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους, αγγίζοντας πλέον το δυσθεώρητο ύψος των 2,84 τρισεκατομμυρίων ευρώ. Τη μεγαλύτερη επιβάρυνση επωμίζεται ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός, συμπεριλαμβανομένων των έκτακτων ειδικών ταμείων, ο οποίος προσέθεσε επιπλέον 107 δισεκατομμύρια ευρώ στο συνολικό άχθος. Είναι χαρακτηριστικό ότι το συγκεκριμένο ποσό έχει σχεδόν τριπλασιαστεί σε σύγκριση με την αμέσως προηγούμενη χρονιά, κατά την οποία η αντίστοιχη καθαρή αύξηση είχε περιοριστεί στα 36 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η τάση αυτή δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στην κεντρική κυβέρνηση στο Βερολίνο, αλλά επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον ευρύτερο κρατικό μηχανισμό. Τα ομοσπονδιακά κρατίδια, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και τα ταμεία της κοινωνικής ασφάλισης, βρέθηκαν εξίσου στην ανάγκη άντλησης νέων κεφαλαίων από τις αγορές για να καλύψουν τα διογκωμένα λειτουργικά τους κόστη. Οι υψηλές κρατικές δαπάνες, οι οποίες κατευθύνονται σταθερά προς την αμυντική αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό των εθνικών υποδομών, διατηρούν έντονα ανοδική την τροχιά των οφειλών, περιορίζοντας τα ταμειακά περιθώρια για κοινωνικές παροχές.
Εκτός ευρωπαϊκών ορίων η χώρα: Ο ρόλος της κρίσης και το όριο του Μάαστριχτ
Η ραγδαία συσσώρευση αυτών των νέων βαρών είχε άμεσο και μετρήσιμο αντίκτυπο στον δείκτη χρέους, δηλαδή στην ποσοστιαία αναλογία των συνολικών οφειλών προς την ετήσια οικονομική απόδοση της χώρας. Το ποσοστό αυτό ενισχύθηκε κατά 1,3 ποσοστιαίες μονάδες, φτάνοντας πλέον το 63,5%. Η σημασία αυτού του αριθμού γίνεται πιο κατανοητή αν αναλογιστεί κανείς ότι, χωρίς την ανάληψη νέου δανεισμού, ο συγκεκριμένος δείκτης θα είχε αντίθετα υποχωρήσει κατά 2,0 μονάδες. Με τη συγκεκριμένη εξέλιξη, η Γερμανία ξεπερνά για έκτη συνεχόμενη χρονιά το ανώτατο όριο του 60% που επιβάλλουν ρητά οι ευρωπαϊκές συνθήκες του Μάαστριχτ. Η τελευταία φορά που η οικονομία είχε κινηθεί εντός του επιτρεπτού πλαισίου ήταν το 2019, ακριβώς πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας, όταν το ποσοστό βρισκόταν στο 58,7%.
Η μακροχρόνια παραβίαση των δημοσιονομικών κανόνων αποτελεί άμεση απόρροια των έκτακτων μέτρων στήριξης που εφαρμόστηκαν μαζικά τα προηγούμενα χρόνια. Τα πακέτα δισεκατομμυρίων για την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης διαδέχθηκαν οι τεράστιες κρατικές επιδοτήσεις κατά τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης που πυροδότησε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Παράλληλα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία από την Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία, το καθαρό έλλειμμα υπολογίζεται πλέον στα 119 δισεκατομμύρια ευρώ. Όπως διευκρινίζει η Κεντρική Τράπεζα, η απόκλιση αυτού του ποσού από τη συνολική διόγκωση του χρέους οφείλεται στο γεγονός ότι ένα σημαντικό μέρος των νέων δανείων αξιοποιήθηκε αμιγώς για τη δημιουργία χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, τα οποία, λογιστικά, δεν προσμετρώνται στο επίσημο ετήσιο έλλειμμα.