Ηνωμένο Βασίλειο – Η βρετανική κυβέρνηση προχωρά σε ριζική αναδιάρθρωση του προϋπολογισμού εξωτερικής αρωγής, επιβάλλοντας μειώσεις που θα αγγίξουν το 56% για τα διμερή προγράμματα στην αφρικανική ήπειρο έως την περίοδο 2028-2029.
Η εξέλιξη αυτή μεταβάλλει ριζικά τον τρόπο χρηματοδότησης βασικών υποδομών σε δεκάδες αναπτυσσόμενα κράτη, σηματοδοτώντας τη χαμηλότερη καταγεγραμμένη δαπάνη από το 1970.
Το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών, Κοινοπολιτείας και Ανάπτυξης (Foreign, Commonwealth and Development Office) ανακοίνωσε περικοπές συνολικού ύψους άνω των έξι δισεκατομμυρίων λιρών, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η αύξηση των αμυντικών δαπανών της χώρας.
Η συνολική μείωση της τάξης του 40% στις δαπάνες εξωτερικής βοήθειας αναμένεται να συμπιέσει τον σχετικό προϋπολογισμό στο 0,24% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος μέχρι την περίοδο 2027-2028.
Παράλληλα, ένα σημαντικό τμήμα των πόρων, που υπολογίζεται σε περίπου δύο δισεκατομμύρια λίρες ετησίως, απορροφάται πλέον εσωτερικά για τη στέγαση αιτούντων άσυλο σε ξενοδοχειακές μονάδες, αποστερώντας κεφάλαια από τα διεθνή προγράμματα.
Επαναπροσδιορισμός των γεωπολιτικών προτεραιοτήτων
Στο πλαίσιο του νέου σχεδιασμού, το 70% της συνολικής υποστήριξης θα κατευθυνθεί αποκλειστικά σε κράτη που πλήττονται από συγκρούσεις και χαρακτηρίζονται από υψηλή αστάθεια έως το 2029.
Οι περιοχές της Ουκρανίας, του Σουδάν και της Παλαιστίνης τίθενται στο επίκεντρο των νέων χρηματοδοτικών ροών. Ειδικότερα για την
Ουκρανία, έχουν δεσμευτεί 240 εκατομμύρια λίρες ετησίως μέχρι το 2029, σε συνδυασμό με κρατικές εγγυήσεις δανείων ύψους πολλών δισεκατομμυρίων.
Επιπρόσθετα, τα κονδύλια προς τον Λίβανο προστατεύονται πλήρως για το τρέχον έτος, λόγω της έντασης των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Ισραήλ, με διακηρυγμένο στόχο τον περιορισμό των παραγόντων που οδηγούν σε παράτυπη μετανάστευση.
Στον αντίποδα, η επίσημη διμερής βοήθεια προς τα κράτη της ομάδας των G20 καταργείται σταδιακά.
Χώρες με σημαντικό πληθυσμιακό και οικονομικό μέγεθος, όπως η Ινδία, η Νότια Αφρική, η Βραζιλία και η Ινδονησία, δεν θα λαμβάνουν πλέον άμεση οικονομική στήριξη.
Η μοναδική εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα αφορά την Τουρκία, η οποία θα διατηρήσει μια μικρή χρηματοδοτική κατανομή αποκλειστικά για τη διαχείριση της φιλοξενίας προσφύγων.
Παράλληλα, θεσμοί στρατηγικής σημασίας για τη βρετανική εξωτερική πολιτική, όπως το Βρετανικό Συμβούλιο (British Council) και η Παγκόσμια Υπηρεσία του BBC (BBC World Service), διατηρούν ανέπαφη τη χρηματοδότησή τους.
Επιπτώσεις στα δίκτυα υποδομών της Αφρικής και της Ασίας
Η αφρικανική ήπειρος θα δεχθεί το ισχυρότερο πλήγμα από τη συρρίκνωση των πόρων, καθώς η άμεση αναπτυξιακή βοήθεια αναμένεται να μειωθεί κατά σχεδόν 900 εκατομμύρια λίρες.
Μόνο σε βάθος τριετίας, από το 2026 έως το 2029, τα διαθέσιμα κεφάλαια θα σημειώσουν πτώση από τα 818 στα 677 εκατομμύρια λίρες.
Κράτη όπως το Πακιστάν, η Μοζαμβίκη, το Μαλάουι και η Σιέρα Λεόνε χάνουν σχεδόν το σύνολο της παραδοσιακής αναπτυξιακής βοήθειας.
Οι κρατικές αρχές προκρίνουν για αυτές τις περιοχές την αντικατάσταση των άμεσων επιχορηγήσεων με στοχευμένες συμπράξεις επενδύσεων.
Στόχος αυτών των νέων εταιρικών σχέσεων είναι η παροχή τεχνογνωσίας για την οικοδόμηση σταθερών χρηματοπιστωτικών συστημάτων και την ανάπτυξη υποδομών καθαρής ενέργειας.
Αντίστοιχα, χώρες που αντιμετωπίζουν βαθιές ανθρωπιστικές κρίσεις, όπως η Υεμένη, η Σομαλία και το Αφγανιστάν, θα υποστούν σημαντικές περικοπές, με την κάλυψη των αναγκών τους να μετατοπίζεται πλέον σε πολυεθνικούς οργανισμούς αρωγής.
Το αποθεματικό κρίσεων για την αντιμετώπιση έκτακτων ανθρωπιστικών αναγκών περιορίζεται επίσης, αν και σε μικρότερο βαθμό, από τα 85 στα 75 εκατομμύρια λίρες.
Παράλληλα, καταργείται η άμεση διμερής χρηματοδότηση για προγράμματα εξάλειψης της πολιομυελίτιδας και για το Ταμείο Πανδημιών, με τους πόρους να διοχετεύονται πλέον κεντρικά μέσω της συμμαχίας Gavi και του Παγκόσμιου Ταμείου (Global Fund).
Τοποθετήσεις αξιωματούχων και οι αντιδράσεις των φορέων
Το ζήτημα έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις γύρω από τις προθέσεις του Λονδίνου. Η επικεφαλής του βρετανικού υπουργείου, Yvette Cooper, απέδωσε τις αποφάσεις σε αναγκαίες επιλογές μπροστά στις αυξανόμενες διεθνείς απειλές, απορρίπτοντας τα σενάρια περί ιδεολογικής στροφής.
Επιπλέον, σημείωσε ότι αντίστοιχες πολιτικές περιορισμού υιοθετούνται και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, υπογραμμίζοντας την πρόθεση της κυβέρνησης να επιστρέψει στον νομικά κατοχυρωμένο στόχο του 0,7% όταν το επιτρέψουν οι οικονομικές συνθήκες.
Από την πλευρά της, η αρμόδια υπουργός Ανάπτυξης, Jenny Chapman, ανέφερε ότι ο νέος σχεδιασμός προέκυψε μέσα από εκτενείς διαβουλεύσεις με τους εταίρους του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου.
Σύμφωνα με την ίδια, ορισμένα από τα φτωχότερα κράτη εξέφρασαν την προτίμησή τους για συνεργασίες παροχής τεχνογνωσίας αντί για τα παραδοσιακά μοντέλα οικονομικής βοήθειας.
Στον αντίποδα, οργανώσεις αρωγής εκφράζουν έντονη ανησυχία για τη σφοδρότητα των περικοπών. Ο Adrian Lovett, διευθυντής της οργάνωσης ONE Campaign, προειδοποίησε ότι η δραστική μείωση της βοήθειας προς την Αφρική θα έχει ανυπολόγιστες συνέπειες.
Ο ίδιος τόνισε ότι η έλλειψη πρόσβασης σε βασική υγειονομική περίθαλψη και εκπαίδευση εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την αναζωπύρωση ασθενειών που βρίσκονταν υπό έλεγχο επί δεκαετίες.