Γερμανία – Οι ισορροπίες στην ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας ανατρέπονται με ταχύτατους ρυθμούς, καθώς η γερμανική βιομηχανία αδυνατεί να βρει διέξοδο από την παρατεταμένη συρρίκνωση. Τα πρόσφατα στατιστικά δεδομένα δεν αποτυπώνουν μια απλή κυκλική ύφεση, αλλά τη δομική διάβρωση της παραγωγικής βάσης του κράτους, ακριβώς την περίοδο που το Βερολίνο προωθεί τον εαυτό του ως πρωτοπόρο της πράσινης μετάβασης. Η συνεχής πτώση της παραγωγής, σε συνδυασμό με τη μεταφορά της τεχνολογικής υπεραξίας σε τρίτες χώρες, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα που απειλεί ευθέως το οικονομικό μοντέλο που στήριξε την ευημερία της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- -1,2% η πτώση της γενικής βιομηχανικής παραγωγής σε ετήσια βάση.
- -4,3% η καθίζηση της παραγωγής στους ενεργοβόρους κλάδους της οικονομίας.
- 88% των εισαγόμενων φωτοβολταϊκών συστημάτων προέρχεται πλέον από την Κίνα.
Η κατάρρευση της παραγωγής: Οι δείκτες που ανησυχούν τον επιχειρηματικό κόσμο
Η εξέταση των επίσημων καταγραφών για τον Ιανουάριο επιβεβαιώνει τη ζοφερή εικόνα, σημαίνοντας τον δεύτερο συνεχή μήνα υποχώρησης των παραγωγικών δεικτών. Η μείωση κατά 1,2% στη γενική βιομηχανική δραστηριότητα έναντι του προηγούμενου έτους συνοδεύεται από την κατακόρυφη πτώση κατά 4,3% στους ενεργοβόρους τομείς, οι οποίοι παραδοσιακά αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της γερμανικής εξαγωγικής ισχύος. Η εξασθένηση αυτή συνοδεύεται από ένα ανησυχητικό σήμα στον τομέα του εξωτερικού εμπορίου, όπου οι εισαγωγές κατέγραψαν κατακρήμνιση της τάξης του έξι τοις εκατό.
Αν και η μείωση των εισαγωγών διογκώνει λογιστικά το εμπορικό πλεόνασμα, η πραγματικότητα για μια κατεξοχήν βιομηχανική οικονομία είναι εντελώς διαφορετική. Η γερμανική μηχανή τροφοδοτείται σε τεράστιο βαθμό από εισαγόμενα ενδιάμεσα αγαθά και πρώτες ύλες. Η δραστική μείωση αυτών των εισροών μεταφράζεται πρακτικά σε επιβράδυνση ή πλήρη αναστολή της λειτουργίας των γραμμών παραγωγής. Ταυτόχρονα, τα βιβλία παραγγελιών των εργοστασίων παραμένουν άδεια, με ορισμένα μεμονωμένα μεγάλα συμβόλαια να λειτουργούν απλώς ως πρόσκαιρη συγκάλυψη της γενικότερης στασιμότητας, χωρίς να διαφαίνεται προοπτική ουσιαστικής ανάκαμψης.
Το ενεργειακό παράδοξο: Πώς η στροφή στον ήλιο αυξάνει την εξάρτηση από το φυσικό αέριο
Η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται στον πυρήνα των πολιτικών αποφάσεων για την ενέργεια. Οι επενδύσεις στην ηλιακή ενέργεια προχωρούν με πρωτοφανείς ρυθμούς, με την εγκατεστημένη ισχύ των φωτοβολταϊκών να αυξάνεται πέρυσι κατά 11,8% και τον αριθμό των νέων εγκαταστάσεων να σημειώνει άλμα 17,6%. Σήμερα, το γερμανικό δίκτυο υποστηρίζεται από περίπου 4,8 εκατομμύρια ηλιακά συστήματα, συνολικής απόδοσης άνω των 100 γιγαβάτ. Ωστόσο, η ασταθής φύση των ανανεώσιμων πηγών δημιουργεί τεράστια κενά τροφοδοσίας όταν οι καιρικές συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές.
Για την κάλυψη αυτών των κενών, το σύστημα καταφεύγει μαζικά στα ορυκτά καύσιμα. Σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο ανήλθε σε επίπεδα ρεκόρ, σημειώνοντας αύξηση 10,2% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά και καλύπτοντας πλέον το 16,1% της συνολικής παραγωγής ρεύματος. Αυτή η διπλή εξάρτηση από ακριβές εφεδρείες και ανανεώσιμες πηγές εκτινάσσει το βιομηχανικό κόστος, καθιστώντας τη χώρα μη ανταγωνιστική απέναντι σε αγορές όπως οι ΗΠΑ ή η Κίνα, όπου τα τιμολόγια ενέργειας διαμορφώνονται συχνά στο ένα τρίτο των γερμανικών επιπέδων.
Η μαζική μεταφορά πλούτου: Ποιοι καρπώνονται τις ευρωπαϊκές πράσινες επενδύσεις
Πέρα από το κόστος λειτουργίας, η ενεργειακή μετάβαση αναδεικνύει μια ακόμη πιο σοβαρή διαρροή κεφαλαίων. Ενώ το κράτος δαπανά δισεκατομμύρια για την κατασκευή τεράστιων ηλιακών πάρκων, η εγχώρια βιομηχανία που υποστηρίζει αυτή την τεχνολογία καταρρέει. Η κατασκευή ηλιακών συλλεκτών εντός των γερμανικών συνόρων έχει βυθιστεί κατά περισσότερο από 60%, αφήνοντας την αγορά απόλυτα εκτεθειμένη στους ξένους προμηθευτές.
Το κενό που δημιουργείται καλύπτεται σχεδόν εξολοκλήρου από τις ασιατικές αγορές. Αυτή τη στιγμή, το 88% του εξοπλισμού φωτοβολταϊκών που εγκαθίσταται στη χώρα εισάγεται από την Κίνα. Αυτή η ανισορροπία σημαίνει ότι τα τεράστια ποσά που εκταμιεύονται για την αναβάθμιση του ενεργειακού δικτύου δεν ανατροφοδοτούν την τοπική οικονομία μέσω θέσεων εργασίας και βιομηχανικής υπεραξίας, αλλά χρηματοδοτούν την ανάπτυξη ξένων βιομηχανικών κολοσσών, αποδυναμώνοντας περαιτέρω τον εθνικό παραγωγικό ιστό.
Η αθόρυβη αποβιομηχάνιση: Οι στρατηγικές επιλογές που κρίνουν το μέλλον του κράτους
Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν ότι η παρούσα συγκυρία δεν αποτελεί απλώς μια δύσκολη φάση του οικονομικού κύκλου που θα διορθωθεί με την επόμενη αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης. Αντιθέτως, πρόκειται για μια βαθιά δομική αλλοίωση της εθνικής οικονομίας. Οι κλάδοι υψηλής ενεργειακής έντασης βρίσκονται υπό καθεστώς μόνιμης πίεσης, με τις διοικήσεις των ομίλων να μεταφέρουν σταδιακά τις δραστηριότητές τους σε περιοχές με σταθερότερο και φθηνότερο επενδυτικό περιβάλλον, όπως η Βόρεια Αμερική και η Ασία.
Αυτή η σταδιακή φυγή κεφαλαίων και υποδομών θέτει ένα αμείλικτο ερώτημα για την πολιτική ηγεσία σχετικά με το αν υπάρχει η βούληση να διατηρηθεί ο χαρακτήρας του βιομηχανικού κράτους. Χωρίς την εγγύηση αξιόπιστης και προσιτής ενέργειας, οι φιλόδοξοι στόχοι για τον μετασχηματισμό της οικονομίας μετατρέπονται σε υπαρξιακό ρίσκο. Η ανέγερση ηλιακών εγκαταστάσεων δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη βιομηχανική ουσία που εξασφάλισε τη σταθερότητα της χώρας, και όσο η συγκεκριμένη πραγματικότητα αγνοείται, ο ρυθμός της αποβιομηχάνισης αναμένεται να επιταχυνθεί ραγδαία.