Στουτγάρδη – Η απάτη και η διαφθορά στο σύστημα υγείας περιγράφονται ως φαινόμενα που προκαλούν απώλειες-ρεκόρ στα ταμεία, με ασφαλιστικούς φορείς να ζητούν τη δημιουργία ειδικής εισαγγελικής μονάδας που θα ασχολείται αποκλειστικά με τέτοιες υποθέσεις. Το υπουργείο Δικαιοσύνης στη Στουτγάρδη, απορρίπτει τη δημιουργία Schwerpunktstaatsanwaltschaft, παρά το ότι αναφέρεται πως στη Βαυαρία εφαρμόζεται ήδη αντίστοιχο σχήμα.
Στο επίκεντρο βρίσκονται πρακτικές όπως εικονικές θεραπείες που χρεώνονται ως ιδιαίτερα κοστοβόρες, υπηρεσίες κατ’ οίκον φροντίδας που δηλώνονται ως πραγματοποιημένες χωρίς να έχει υπάρξει παρουσία στο σπίτι, καθώς και προγράμματα ή «μαθήματα» με συμμετέχοντες που δεν υπήρξαν ποτέ και παρ’ όλα αυτά αποζημιώνονται. Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρονται υπερκοστολογημένες υπηρεσίες, τεχνητά «φουσκωμένος» όγκος θεραπείας και ψευδή στοιχεία σε φάρμακα ή βοηθήματα.
Το αίτημα των ταμείων και η θέση του υπουργείου Δικαιοσύνης
Ο Winfried Plötze, ως Landesgeschäftsführer της Barmer, αναφέρεται ότι ζητά στη Βάδη-Βυρτεμβέργη τη δημιουργία ειδικής εισαγγελίας που θα ασχολείται αποκλειστικά με απάτη και διαφθορά στον χώρο της υγείας. Στο ίδιο πλαίσιο, αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο ότι μη επαρκώς καταρτισμένο προσωπικό, ειδικά σε πεδία όπως η ambulante Pflege, καθώς και οι εικονικές υπηρεσίες, μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρές επιπτώσεις για την υγεία. Παράλληλα, τονίζει ότι κάθε ποσό που χάνεται από απάτη αφαιρείται από τη δυνατότητα παροχής υπηρεσιών προς τους ασφαλισμένους.
Η απαίτηση αυτή, όπως αναφέρεται, υποστηρίζεται και από άλλους φορείς, μεταξύ των οποίων ο Verband der Ersatzkassen (vdek), ο GKV-Spitzenverband και ασφαλιστικά ταμεία που δηλώνουν ότι πλήττονται άμεσα.
Παρατίθενται ενδεικτικοί αριθμοί: η KKH αναφέρεται ότι κατέγραψε για το 2024 ζημιά-ρεκόρ 5,4 εκατ. ευρώ, ενώ η DAK-Gesundheit 17,6 εκατ. ευρώ. Επιπλέον σημειώνεται ότι συνολικά τίθενται στο τραπέζι τριψήφια ποσά σε εκατομμύρια ευρώ.
Από την άλλη πλευρά, η Landesjustizministerin Marion Gentges (CDU) αναφέρεται ότι υποστηρίζει πως στη Βάδη-Βυρτεμβέργη υπάρχουν ήδη δύο Schwerpunktstaatsanwaltschaften, σε Μανχάιμ και Στουτγάρδη, για οικονομικά εγκλήματα.
Σύμφωνα με την ίδια θέση, οι μονάδες αυτές χειρίζονται σύνθετες υποθέσεις απάτης και αδικήματα δωροδοκίας και δωροληψίας, συμπεριλαμβανομένων υποθέσεων στον χώρο της υγείας, με στόχο να διασφαλίζεται εξειδίκευση και οι πιο απαιτητικές δικογραφίες να οδηγούνται από εξειδικευμένους εισαγγελείς.
Το επιχείρημα των ταμείων, είναι ότι η συγκεκριμένη αρμοδιότητα ενεργοποιείται μόνο όταν η υπόθεση φτάνει σε επίπεδο που υπάγεται σε Strafkammer και ότι πολλά περιστατικά δεν «πιάνουν» αυτό το όριο, με αποτέλεσμα να μένουν εκτός του πλαισίου αυτών των μονάδων. Επιπλέον τονίζεται η πολυπλοκότητα του υγειονομικού και ασφαλιστικού δικαίου, των κανόνων χρέωσης και της σχετικής νομολογίας, καθώς και το γεγονός ότι οι όγκοι δεδομένων είναι μεγάλοι, άρα η εξειδίκευση θεωρείται κρίσιμη.
Οι πρακτικές που περιγράφονται και οι τομείς που εμφανίζονται ως πιο ευάλωτοι
Οι ερευνητές θεωρούν ως ιδιαίτερα ευάλωτους σε τέτοιες πρακτικές τομείς όπως οι ambulante Pflegedienste, η häusliche Intensivpflege, οι Krankenhausabrechnungen, καθώς και υπηρεσίες Heilmittel σε Physio, Ergo, Orthopädie και άλλες κατηγορίες. Οι μέθοδοι που περιγράφονται καλύπτουν από εικονικές πράξεις έως δηλώσεις που αλλοιώνουν την πραγματική έκταση μιας θεραπείας, αλλά και ανακριβή στοιχεία σε φάρμακα ή βοηθήματα.
Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρονται και πρακτικές που σχετίζονται με διαφθορά: περιπτώσεις όπου γιατροί λαμβάνουν οικονομικά ή άλλα οφέλη επειδή κατευθύνουν ασθενείς σε συγκεκριμένες κλινικές, εργαστήρια, φαρμακεία ή καταστήματα υγειονομικού υλικού, ή επειδή προκρίνουν συγκεκριμένες υπηρεσίες. Γίνεται επίσης αναφορά σε περιπτώσεις όπου, ως αντάλλαγμα, μπορεί να δίνονται υπερβολικές αμοιβές, καλυμμένες συμβάσεις «συμβούλου» ή προσκλήσεις που περιγράφονται ως πολυτελείς.
Επισημαίνεται ότι, παρότι σε πρώτη ανάγνωση τα ποσά που αναφέρονται από μεμονωμένα ταμεία μπορεί να φαίνονται μικρά σε σχέση με τις συνολικές δαπάνες υγείας, στο τέλος η επιβάρυνση μεταφέρεται στον ασφαλισμένο και υπονομεύεται η εμπιστοσύνη στο σύστημα. Επιπλέον αναφέρεται ότι η πραγματική διάσταση του προβλήματος μπορεί να είναι σημαντικά μεγαλύτερη από τα καταγεγραμμένα περιστατικά.
Παραδείγματα από τη Βαυαρία και το μέγεθος που αποδίδουν «διεθνείς μελέτες»
Ως σημείο αναφοράς, το υλικό παρουσιάζει τη Βαυαρία ως κρατίδιο που έχει κινηθεί πιο αποφασιστικά. Αναφέρεται ότι από το 2020 υπάρχει εκεί ειδική εισαγγελία για απάτη και διαφθορά στο σύστημα υγείας, με ειδικούς σε ιατρικά ζητήματα, σε λογιστική/χρεώσεις και σε IT. Η αιτιολόγηση που καταγράφεται είναι ότι το θεσμικό πλαίσιο θεωρείται σύνθετο και τα δεδομένα πολλά, άρα όποιος γνωρίζει τι αναζητά μπορεί να εντοπίσει πιο γρήγορα αποδεικτικά στοιχεία.
Στα παραδείγματα που παρατίθενται, αναφέρεται υπόθεση γιατρού από Niederbayern, ο οποίος φέρεται να χρέωσε μεταξύ 2021 και 2024 περισσότερες από 6.000 κατ’ οίκον επισκέψεις στο πλαίσιο Bereitschaftsdienst χωρίς να έχει δει ούτε έναν ασθενή. Σε άλλη περίπτωση στη Βαυαρία, δύο Betreiber ambulanter Pflegedienste αναφέρεται ότι καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης για συστηματική απάτη χρεώσεων ύψους 3,3 εκατ. ευρώ, με υπηρεσίες που δεν είχαν παρασχεθεί, όπως χορήγηση φαρμάκων ή Kompressionsstrümpfe. Στη Νυρεμβέργη, όπως αναφέρεται, πέντε υπεύθυνοι Pflegedienst βρέθηκαν ενώπιον δικαστηρίου, με την κατηγορία ότι χρέωναν υπηρεσίες μέσω πλαστών touren- και dienstpläne.
Το υλικό σημειώνει επίσης ότι δεν εξαντλείται εκεί το πεδίο, κάνοντας αναφορά σε εκτεταμένες περιπτώσεις απάτης που σχετίζονται με Teststationen στη διάρκεια της πανδημίας. Παράλληλα, για τη συνολική κλίμακα, αναφέρεται ότι διεθνείς μελέτες εκτιμούν την απάτη και τη διαφθορά στην υγεία στο 5% έως 10% των συνολικών δαπανών, κάτι που για τη Γερμανία περιγράφεται ως διψήφιο ποσό σε δισεκατομμύρια ευρώ.
