Γερμανία – Ανησυχία προκαλούν τα νεότερα δεδομένα για την οδική ασφάλεια στο γερμανικό οδικό δίκτυο, καθώς ο αριθμός των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους στην άσφαλτο κατά τη διάρκεια του 2025 παρουσίασε αυξητική τάση. Παρά τις δεσμεύσεις για δραστική μείωση των θανατηφόρων περιστατικών, η χώρα φαίνεται να απομακρύνεται από τους μακροπρόθεσμους ευρωπαϊκούς και εθνικούς στόχους. Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία (Statistisches Bundesamt), 2.814 άνθρωποι άφησαν την τελευταία τους πνοή στους δρόμους το περασμένο έτος, καταγράφοντας άνοδο της τάξης του 2% σε σύγκριση με τους 2.770 νεκρούς του 2024.
Την ίδια στιγμή, η συνολική εικόνα των τραυματισμών παρουσιάζει μια μεικτή εικόνα, αναδεικνύοντας τις αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο συμβαίνουν τα ατυχήματα. Ο συνολικός αριθμός των τραυματιών παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος στους 366.000, ωστόσο σημειώθηκε μια σημαντική εσωτερική μετατόπιση. Ενώ οι ελαφριοί τραυματισμοί αυξήθηκαν οριακά κατά 1%, οι σοβαροί τραυματισμοί μειώθηκαν κατά 4%, υποχωρώντας στους 48.400.
Οι κρατικοί στατιστικολόγοι επισημαίνουν ότι πρόκειται για το χαμηλότερο νούμερο βαριά τραυματισμένων από το 1991, χρονιά κατά την οποία ξεκίνησε η ξεχωριστή καταγραφή ελαφρών και σοβαρών περιστατικών. Συνολικά, οι αστυνομικές αρχές κατέγραψαν περίπου 2,5 εκατομμύρια τροχαία συμβάντα το 2025, αριθμός παρόμοιος με το προηγούμενο έτος, εκ των οποίων τα 2,2 εκατομμύρια αφορούσαν αποκλειστικά υλικές ζημιές. Αντιθέτως, τα ατυχήματα που επέφεραν σωματικές βλάβες ή θάνατο αυξήθηκαν κατά 1%, ξεπερνώντας τα 293.000.
Η Ακτινογραφία των Θυμάτων και τα Νέα Μέσα Μετακίνησης
Η ανάλυση των λεπτομερών δεδομένων για το εντεκάμηνο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου 2025 καταδεικνύει ότι η αύξηση της θνησιμότητας επηρέασε σχεδόν όλες τις κατηγορίες χρηστών του οδικού δικτύου. Η πολυπληθέστερη ομάδα θυμάτων παραμένουν οι οδηγοί και οι επιβάτες αυτοκινήτων, με τις απώλειες να αγγίζουν τις 1.082, αυξημένες κατά 4%.
Παρόμοια ποσοστιαία άνοδος καταγράφηκε και στους ποδηλάτες, οι οποίοι θρήνησαν 441 θύματα, προσθέτοντας 18 επιπλέον νεκρούς σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους. Παράλληλα, οι απώλειες στον χώρο των πεζών αυξήθηκαν κατά 1%, φτάνοντας συνολικά τους 355 νεκρούς, γεγονός που καταδεικνύει την ευαλωτότητα στους αστικούς ιστούς.
Ιδιαίτερο προβληματισμό εγείρουν τα στατιστικά στοιχεία που αφορούν τη μικροκινητικότητα και τα ελαφρά δίκυκλα, όπου καταγράφονται δραματικές αυξήσεις. Η υψηλότερη ποσοστιαία άνοδος, της τάξης του 28%, σημειώθηκε στα μηχανοκίνητα δίκυκλα με πινακίδα ασφάλισης, κατηγορία που περιλαμβάνει μοτοποδήλατα και ηλεκτρικά ποδήλατα, με τον απολογισμό να κλείνει στους 50 νεκρούς. Εξίσου ανησυχητική είναι η εικόνα στα ηλεκτρικά πατίνια (E-Scooter), όπου 30 χρήστες έχασαν τη ζωή τους, σημειώνοντας άλμα 25%. Στον αντίποδα, μοναδική εξαίρεση αποτέλεσαν οι οδηγοί μεγαλύτερων μοτοσυκλετών και σκούτερ, όπου οι θάνατοι μειώθηκαν κατά 8%, υποχωρώντας στους 464, ενώ τα θύματα που επέβαιναν σε οχήματα μεταφοράς εμπορευμάτων αυξήθηκαν κατά 7%.
Αντιδράσεις Ειδικών και Προτάσεις για Ασφαλέστερους Δρόμους
Η δημοσιοποίηση των στοιχείων προκάλεσε την άμεση παρέμβαση των φορέων οδικής ασφάλειας, οι οποίοι κάνουν λόγο για ξεκάθαρη υποχώρηση των εθνικών επιδόσεων. Εκπρόσωποι από τον οργανισμό TÜV-Verband, όπως η Fani Zaneta, σχολίασαν ότι η χώρα κάνει βήματα προς τα πίσω, ενώ η Kirstin Zeidler από τον οργανισμό ασφαλιστικών εταιρειών GDV επεσήμανε ότι το γερμανικό κράτος απομακρύνθηκε περαιτέρω από την υλοποίηση του στόχου “Vision Zero”, ο οποίος προβλέπει τον πλήρη εκμηδενισμό των θανάτων από τροχαία.
Πιο ψύχραιμη προσέγγιση υιοθέτησε ο ερευνητής ατυχημάτων Siegfried Brockmann από το ίδρυμα Björn Steiger Stiftung, ο οποίος απέρριψε τις κινδυνολογίες, εξηγώντας ότι μετά την περίοδο της πανδημίας αναμενόταν σταδιακή επιστροφή στα επίπεδα του 2019, χρονιά κατά την οποία είχε σημειωθεί το ιστορικό χαμηλό των περίπου 3.000 νεκρών. Ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι τα τρέχοντα νούμερα δεν επιτρέπουν κανέναν εφησυχασμό.
Οι ειδικοί εστιάζουν πλέον σε στοχευμένες παρεμβάσεις στις υποδομές για την ανάσχεση του φαινομένου. Σύμφωνα με τις αναλύσεις, οι επαρχιακοί δρόμοι παραμένουν το πιο θανατηφόρο περιβάλλον για τους οδηγούς αυτοκινήτων, απαιτώντας άμεσα μέτρα όπως η εγκατάσταση προστατευτικών μπαρών μπροστά από δέντρα, η δημιουργία επιπλέον λωρίδων προσπέρασης και η επιβολή αυστηρότερων ορίων ταχύτητας στα επικίνδυνα σημεία. Όσον αφορά τα αστικά κέντρα, οι διασταυρώσεις αναδεικνύονται σε μείζονα σημεία κινδύνου.
Οι ερευνητές προτείνουν την απελευθέρωση της ορατότητας από παρκαρισμένα οχήματα και την εφαρμογή φωτεινών σηματοδοτών με διακριτές φάσεις για ποδηλάτες, χρήστες πατινιών και πεζούς. Σε θεσμικό επίπεδο, το συμβούλιο Verkehrssicherheitsrat κατέθεσε μια δέσμη δέκα προτάσεων προς την κεντρική κυβέρνηση και τα κρατίδια, ζητώντας μεταξύ άλλων την απόλυτη απαγόρευση κατανάλωσης αλκοόλ για τους οδηγούς και την ανάπτυξη ευφυών συστημάτων κυκλοφορίας.
Η Στάση της Κυβέρνησης και τα Γεωγραφικά Δεδομένα
Το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Μεταφορών (Bundesverkehrsministerium) αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα τα προσωρινά νούμερα, τονίζοντας ωστόσο σε επίσημη τοποθέτησή του ότι κάθε ανθρώπινη απώλεια είναι μη αποδεκτή. Το κυβερνητικό σχέδιο προέβλεπε αρχικά τη μείωση των νεκρών κατά 40% έως το 2030, με απώτερο σκοπό την πλήρη εξάλειψή τους βάσει του “Vision Zero”. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, το υπουργείο επιδοτεί φέτος προγράμματα πρόληψης, κυκλοφοριακής αγωγής και εξέλιξης συστημάτων υποβοήθησης, με προϋπολογισμό που αγγίζει τα 16 εκατομμύρια ευρώ.
Παράλληλα, όμως, η κυβέρνηση κλείνει κατηγορηματικά τη συζήτηση για την επιβολή ενός γενικού ορίου ταχύτητας, παρά τις πιέσεις αναλυτών όπως ο Siegfried Brockmann, ο οποίος θεωρεί επιβεβλημένη τη μείωση του ορίου στα 30 χλμ/ώρα εντός πόλεων, στα 80 χλμ/ώρα στους στενούς επαρχιακούς δρόμους, θέτοντας ταυτόχρονα ερωτήματα για τη διατήρηση των τμημάτων χωρίς όριο στους αυτοκινητόδρομους.
Τέλος, η γεωγραφική κατανομή των δυστυχημάτων αποκαλύπτει σημαντικές ανισότητες μεταξύ των γερμανικών κρατιδίων, οι οποίες συνδέονται άμεσα με τη μορφολογία και την πυκνότητα του οδικού δικτύου. Αναλογικά με τον πληθυσμό, ο βαρύτερος φόρος αίματος καταβάλλεται στο κρατίδιο του Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία με 60 νεκρούς ανά ένα εκατομμύριο κατοίκους, ακολουθούμενο από το Βρανδεμβούργο με 50 απώλειες.
Αντιθέτως, τα πυκνοκατοικημένα κρατίδια-πόλεις παρουσιάζουν αναλογικά τα χαμηλότερα ποσοστά, πολύ κάτω από τον εθνικό μέσο όρο των 34 νεκρών ανά εκατομμύριο. Συγκεκριμένα, το Βερολίνο κατέγραψε μόλις 10 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους και το Αμβούργο 11, λόγω των χαμηλότερων ταχυτήτων που επιβάλλει το αστικό περιβάλλον, ενώ για τη Βρέμη τα δεδομένα παραμένουν ακόμη ελλιπή.