Γερμανία – Σημαντική αποκλιμάκωση καταγράφεται στα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας για τα γερμανικά νοικοκυριά στις αρχές του 2026, προσφέροντας μια πολυπόθητη ανάσα στους καταναλωτές μετά από χρόνια έντονων επιβαρύνσεων. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που παρουσίασε ο Ομοσπονδιακός Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ενέργειας και Ύδατος (BDEW), η μέση τιμή της κιλοβατώρας για τον Ιανουάριο διαμορφώνεται στα 37,2 σεντς, σημειώνοντας σαφή πτώση σε σχέση με το προηγούμενο έτος, όταν οι τιμές ξεπερνούσαν τα 40 σεντς.
Η μείωση αυτή δεν προέκυψε τυχαία, αλλά αποτελεί κυρίως απόρροια στοχευμένων κρατικών παρεμβάσεων. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η υποχώρηση των τελών δικτύου, τα οποία μειώθηκαν από περίπου 11 σεντς σε 9,3 σεντς ανά κιλοβατώρα. Η εξέλιξη αυτή κατέστη δυνατή χάρη σε κρατική επιδότηση ύψους 6,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, με την οποία η ομοσπονδιακή κυβέρνηση στήριξε τα τέλη μεταφοράς ενέργειας, απορροφώντας μέρος του κόστους που διαφορετικά θα μετακυλιόταν στους τελικούς καταναλωτές.
Επίμονα υψηλά κόστη προμήθειας και φορολογικές επιβαρύνσεις
Παρά τη γενική εικόνα αποκλιμάκωσης, η ανάλυση των επιμέρους στοιχείων του λογαριασμού ρεύματος αποκαλύπτει ότι η ενεργειακή αγορά δεν έχει επιστρέψει πλήρως στην κανονικότητα προ της κρίσης. Το κόστος αγοράς και διάθεσης της ενέργειας παραμένει σε υψηλά επίπεδα, φτάνοντας τα 15,4 σεντς ανά κιλοβατώρα, παρουσιάζοντας ελάχιστη μείωση συγκριτικά με το παρελθόν. Οι επιπτώσεις των ανατιμήσεων που σημειώθηκαν κατά τα έτη 2022 και 2023 συνεχίζουν να επηρεάζουν τη διαμόρφωση των τιμών, διατηρώντας το κόστος σε ιστορικά υψηλά επίπεδα για τον κλάδο.
Την ίδια ώρα, το φορολογικό βάρος παραμένει αμετάβλητο. Φόροι, εισφορές και λοιπές επιβαρύνσεις διατηρούνται σταθερά στα 12,6 σεντς ανά κιλοβατώρα, ακριβώς στα ίδια επίπεδα με την προηγούμενη χρονιά. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι το κράτος εξακολουθεί να εισπράττει περίπου το ένα τρίτο του συνολικού λογαριασμού ρεύματος ενός νοικοκυριού. Ειδικότερα, ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας αντιστοιχεί σε 5,95 σεντς, ενώ ο ειδικός φόρος ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώνεται στα 2,05 σεντς.
Ιστορική πρωτιά για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας
Σε ευρύτερο ευρωπαϊκό επίπεδο, η ενεργειακή αγορά βιώνει μια ιστορική μεταστροφή. Για πρώτη φορά, η παραγωγή ενέργειας από αιολικά και φωτοβολταϊκά συστήματα ξεπέρασε την αντίστοιχη παραγωγή από ορυκτά καύσιμα. Σύμφωνα με έκθεση της δεξαμενής σκέψης Ember, εντός του 2025 το 30% της ηλεκτρικής ενέργειας που παρήχθη στην Ευρωπαϊκή Ένωση προήλθε από τον ήλιο και τον άνεμο, έναντι 29% που καλύφθηκε από άνθρακα και φυσικό αέριο.
Οι ειδικοί της αγοράς επισημαίνουν ότι, παρά τις μειώσεις, η σύγκριση τιμών παραμένει το ισχυρότερο εργαλείο στα χέρια των καταναλωτών. Η επιλογή παρόχου μπορεί να οδηγήσει σε εξοικονόμηση εκατοντάδων ευρώ ετησίως, με τα βασικά σημεία προσοχής να εστιάζονται στην πάγια χρέωση, που κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 10 και 20 ευρώ μηνιαίως, και στην τιμή της κιλοβατώρας, η οποία κινείται μεταξύ 24 και 45 σεντς. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα “πράσινα” τιμολόγια συχνά αποδεικνύονται οικονομικότερα, καταρρίπτοντας τον μύθο ότι η οικολογική ενέργεια είναι απαραίτητα και ακριβότερη.
