Γερμανία – Μια σημαντική απόκλιση στρατηγικής παρατηρείται στο ευρωπαϊκό τοπίο της αγοράς ενέργειας, καθώς η χώρα επιλέγει ενσυνείδητα να διατηρήσει αμετάβλητο το φορολογικό της πλαίσιο στα καύσιμα κίνησης, διαφοροποιούμενη πλήρως από τις επιλογές των γειτονικών της κρατών.
Την ώρα που οι τιμές στα πρατήρια συνεχίζουν να επιβαρύνουν σημαντικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό των πολιτών που χρησιμοποιούν καθημερινά το αυτοκίνητό τους για τις μετακινήσεις προς την εργασία τους, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση απορρίπτει το ενδεχόμενο μιας άμεσης οριζόντιας ελάφρυνσης στην αντλία.
Αντί για την υιοθέτηση ενός νέου κύκλου κρατικών επιδοτήσεων ή εκπτώσεων, το βάρος μετατοπίζεται πλέον στην ενίσχυση του ρυθμιστικού ελέγχου και στην αυστηρότερη εποπτεία των εταιρειών εμπορίας πετρελαιοειδών, προκειμένου να αποφευχθούν φαινόμενα αισχροκέρδειας εις βάρος των καταναλωτών.
Τα νομικά περιθώρια δράσης και οι αυστηροί ευρωπαϊκοί κανόνες
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν υφίσταται καμία απολύτως νομική δέσμευση που να απαγορεύει στα κράτη-μέλη να προχωρήσουν σε μειώσεις των ειδικών φόρων κατανάλωσης, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται τα ελάχιστα προβλεπόμενα όρια.
Οι αρμόδιες αρχές των Βρυξελλών ορίζουν ως κατώτατο όριο φορολόγησης τα 359 ευρώ ανά χίλια λίτρα για τη βενζίνη και τα 330 ευρώ για το πετρέλαιο κίνησης, αφήνοντας στα εθνικά κοινοβούλια την ευχέρεια να καθορίσουν την τελική επιβάρυνση.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία των τελωνειακών αρχών, η τρέχουσα επιβάρυνση στη χώρα ανέρχεται στα 654,50 ευρώ ανά χίλια λίτρα βενζίνης και στα 470,40 ευρώ για το πετρέλαιο κίνησης, γεγονός που αποδεικνύει ότι υπάρχει τεράστιο θεωρητικό περιθώριο για ουσιαστικές μειώσεις χωρίς να παραβιαστεί η κοινοτική νομοθεσία.
Ωστόσο, το Βερολίνο διστάζει να αξιοποιήσει αυτή τη δυνατότητα, καθώς μια τέτοια κίνηση θα προκαλούσε αυτόματα μια τεράστια τρύπα στα δημόσια έσοδα, σε μια περίοδο όπου οι δημοσιονομικές ισορροπίες είναι εξαιρετικά ευαίσθητες και απαιτούνται πόροι για άλλους κρίσιμους τομείς της οικονομίας.
Η πολιτική στόχευση και τα εμπόδια στην τελική τιμή καταναλωτή
Πέρα από το αυστηρό δημοσιονομικό κόστος, η διατήρηση των υψηλών τιμών στα καύσιμα εξυπηρετεί και έναν ευρύτερο στρατηγικό στόχο που σχετίζεται με την ενεργειακή μετάβαση και την προστασία του περιβάλλοντος.
Η βασική πολιτική κατεύθυνση των τελευταίων ετών είναι η δημιουργία ισχυρών αντικινήτρων για τη χρήση οχημάτων εσωτερικής καύσης, με απώτερο σκοπό την ώθηση των πολιτών προς την αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων ή την επιλογή των μέσων μαζικής μεταφοράς.
Αν και οι τρέχουσες συνθήκες πίεσης στα νοικοκυριά θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μια προσωρινή αναστολή αυτού του σχεδιασμού, παρατηρείται σαφής απουσία πολιτικής βούλησης για την επιδότηση των ορυκτών καυσίμων.
Ένας επιπλέον καθοριστικός παράγοντας για την κυβερνητική απροθυμία είναι ο φόβος ότι τα χρήματα που θα χάσει το κράτος από τη μείωση της φορολογίας δεν θα καταλήξουν ποτέ στις τσέπες των οδηγών.
Η εμπειρία έχει δείξει ότι οι εταιρείες καυσίμων συχνά απορροφούν τις φορολογικές ελαφρύνσεις, αυξάνοντας τα δικά τους περιθώρια κέρδους, με αποτέλεσμα η τελική τιμή στην αντλία να παραμένει δυσανάλογα υψηλή.
Ο διαφορετικός δρόμος της Ιταλίας και η παρέμβαση της Βιέννης
Για την αντιμετώπιση των κερδοσκοπικών πρακτικών, το γερμανικό κράτος εστιάζει στην ενδυνάμωση της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Προστασίας Ανταγωνισμού (Bundeskartellamt), δίνοντάς της περισσότερα εργαλεία για τον έλεγχο των ανατιμήσεων σε όλα τα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Την ίδια στιγμή, οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου και της κεντρικής Ευρώπης ακολουθούν μια εντελώς διαφορετική, πιο άμεση προσέγγιση για την ανακούφιση των πολιτών τους.
Στην Ιταλία, η κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει σε μια δραστική, αν και προσωρινή, περικοπή του ειδικού φόρου κατανάλωσης σε βενζίνη και πετρέλαιο, ρίχνοντάς τον από τα 672,9 στα 472,9 ευρώ ανά χίλια λίτρα, καλύπτοντας το κόστος μέσω περικοπών σε άλλους τομείς του κρατικού προϋπολογισμού.
Αντίστοιχα, η Βιέννη ανακοίνωσε τη στοχευμένη μείωση του φόρου πετρελαιοειδών κατά πέντε λεπτά του ευρώ ανά λίτρο, ένα μέτρο που έχει ορίζοντα εφαρμογής μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους, ενώ παράλληλα δεσμεύτηκε να επιβάλει αυστηρά όρια στα περιθώρια κέρδους των πρατηριούχων.
Και οι δύο αυτές χώρες αντιμετωπίζουν την απώλεια των κρατικών εσόδων ως ένα αναγκαίο μέτρο έκτακτης ανάγκης λόγω των διεθνών κρίσεων, ένα τίμημα που, προς το παρόν, η γερμανική πλευρά αρνείται κατηγορηματικά να πληρώσει.