Μόναχο – Σε δυσθεώρητα επίπεδα παραμένει το κόστος απόκτησης ιδιόκτητης κατοικίας στη βαυαρική πρωτεύουσα, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά απαιτητικό περιβάλλον για τους υποψήφιους αγοραστές που επιθυμούν να εισέλθουν στην τοπική αγορά ακινήτων. Σύμφωνα με τα νεότερα δεδομένα που συγκέντρωσε και επεξεργάστηκε η Γερμανική Ένωση Ακινήτων (Immobilienverband Deutschland – IVD), η πόλη διατηρεί ακλόνητη την πρώτη θέση στη λίστα με τα ακριβότερα αστικά κέντρα της ευρύτερης γεωγραφικής ζώνης.
Η ανάλυση επιβεβαιώνει με τον πλέον απόλυτο τρόπο τη φήμη της περιοχής ως μιας από τις πλέον απρόσιτες αγορές για το ευρύ κοινό που αναζητά διέξοδο στέγασης. Η ενδελεχής εξέταση των ζητούμενων ποσών για διαμερίσματα αποτυπώνει ξεκάθαρα το τεράστιο χάσμα που χωρίζει τη συγκεκριμένη μητρόπολη από τις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις του ίδιου κρατιδίου, αναδεικνύοντας τις πιέσεις που υφίστανται τα νοικοκυριά.
Οι αναλυτές του ινστιτούτου προχώρησαν σε μια εκτενή αξιολόγηση των οικονομικών απαιτήσεων που προβάλλουν οι ιδιοκτήτες, καταγράφοντας με ακρίβεια τις τάσεις που επικρατούν στον πυρήνα της νότιας Γερμανίας. Η κτηματαγορά αποδεικνύεται ανελαστική, με τα προσφερόμενα ακίνητα να απευθύνονται ολοένα και περισσότερο σε περιορισμένο κοινό.
Η ιεράρχηση των βαυαρικών πόλεων στον κτηματομεσιτικό χάρτη
Στη σχετική κατάταξη του κόστους αγοράς, η οποία βασίζεται στα επίσημα καταγεγραμμένα στοιχεία των διαθέσιμων ιδιοκτησιών, το Μόναχο ηγείται με τεράστια διαφορά από τους υπόλοιπους αστικούς πόλους. Πίσω από την πρωτεύουσα ακολουθούν η Νυρεμβέργη, το Augsburg, το Regensburg και το Ingolstadt, συμπληρώνοντας τον κατάλογο των μεγάλων κέντρων που εξετάστηκαν από την έρευνα.
Οι συγκεκριμένες πόλεις ακολουθούν τη γενικότερη δυναμική της αγοράς, παρουσιάζοντας ωστόσο εντελώς διαφορετικές ισορροπίες ως προς την προσβασιμότητα των πολιτών στην ιδιοκατοίκηση. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις επιμέρους περιοχές της πρωτεύουσας, όπου καταγράφονται ακραίες διακυμάνσεις, με την ιστορική παλιά πόλη (Altstadt) να χαρακτηρίζεται ρητά από τους αναλυτές ως ένα εξαιρετικά ακριβό πεδίο συναλλαγών, συγκεντρώνοντας τις κορυφαίες τιμές της ευρύτερης αγοράς.
Η συγκεκριμένη ζώνη λειτουργεί ως δείκτης για τη μέγιστη πίεση που ασκείται στον αστικό πυρήνα, συμπαρασύροντας και τις γύρω γειτονιές. Η ιεράρχηση αυτή δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών σχετικά με το πού συγκεντρώνεται ο μεγαλύτερος όγκος κεφαλαίων για την αγορά στέγης, υπογραμμίζοντας τον ρόλο του Μονάχου ως του απόλυτου ρυθμιστή των τιμών στη νότια Γερμανία.
Η απόλυτη κυριαρχία των ακριβών διαμερισμάτων
Η στατιστική αποτύπωση των διαθέσιμων ακινήτων στο Μόναχο αποκαλύπτει την πλήρη επικράτηση των υψηλών τιμολογιακών κλιμακίων, περιορίζοντας ασφυκτικά τις επιλογές για όσους διαθέτουν μικρότερο προϋπολογισμό. Εξετάζοντας την ποσοστιαία κατανομή των προσφερόμενων κατοικιών, η έρευνα ανέδειξε ότι το εντυπωσιακό 97% των ιδιοκτησιών διατίθεται στην αγορά με ζητούμενη τιμή που ξεκινάει ή υπερβαίνει κατά πολύ το αυστηρό όριο των 5.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Αναφερόμενος σε αυτά τα εντυπωσιακά ευρήματα, ο επικεφαλής του ινστιτούτου ερευνών αγοράς της IVD, Stephan Kippes, διευκρίνισε τη διάρθρωση των χαμηλότερων κατηγοριών. Σύμφωνα με την παρουσίαση των στοιχείων του, ο χώρος που απομένει για πιο προσιτές συναλλαγές είναι πρακτικά ελάχιστος, με μόλις ένα ποσοστό της τάξης του 2% των διαθέσιμων διαμερισμάτων να κινείται στο οικονομικό φάσμα μεταξύ 4.000 και 5.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Ταυτόχρονα, τα ακίνητα που προσφέρονται με κόστος χαμηλότερο των 4.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο αποτελούν πλέον μια εξαιρετικά σπάνια, σχεδόν ανύπαρκτη εξαίρεση, καθώς αντιπροσωπεύουν αυστηρά το 1% της συνολικής προσφοράς εντός των ορίων της πόλης.
Οι εναλλακτικές επιλογές και η διαφορετική εικόνα στη Νυρεμβέργη
Η εικόνα που διαμορφώνεται στις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις της Βαυαρίας διαφέρει ριζικά από τα ασφυκτικά δεδομένα της πρωτεύουσας, παρέχοντας μια σαφώς διαφορετική προοπτική για τους αγοραστές. Η σύγκριση των στατιστικών στοιχείων με την αγορά της Νυρεμβέργης καταδεικνύει το τεράστιο μέγεθος της απόκλισης. Στη συγκεκριμένη περιοχή, το ποσοστό των διαμερισμάτων που σπάει το φράγμα των 5.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο περιορίζεται σε μόλις 13% του συνόλου των διαθέσιμων ιδιοκτησιών προς πώληση.
Αυτή η διαφορά υποδηλώνει ότι η ζήτηση και η τιμολόγηση λειτουργούν σε διαφορετικά επίπεδα, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο για ευρύτερη πρόσβαση των πολιτών στην απόκτηση ιδιόκτητης στέγης.
Παράλληλα, τα στοιχεία δείχνουν ότι η πλειονότητα των προσφερόμενων επιλογών παραμένει σε αισθητά χαμηλότερη οικονομική κλίμακα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη δημοσιευμένη ανάλυση, σχεδόν το 60% των προσφορών στη Νυρεμβέργη κινείται κάτω από το όριο των 4.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Η συνθήκη αυτή διαμορφώνει έναν πολύ πιο ρεαλιστικό ορίζοντα για τις οικογένειες και τους μεμονωμένους αγοραστές που επιδιώκουν να επενδύσουν στη στέγαση, μακριά από τον σκληρό πυρήνα της βαυαρικής πρωτεύουσας.