Γερμανία – Σε δυσθεώρητα ύψη, που καθιστούν την επέκταση των καλλιεργειών εξαιρετικά δαπανηρή υπόθεση, κινούνται οι τιμές της αγροτικής γης στη Γερμανία, δημιουργώντας συνθήκες οικονομικής ασφυξίας για τους επαγγελματίες του πρωτογενούς τομέα. Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία (Destatis) σε συνεργασία με την Eurostat, οι Γερμανοί αγρότες καλούνται να καταβάλουν ποσά που αγγίζουν σχεδόν το τριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου για την απόκτηση καλλιεργήσιμων εκτάσεων, γεγονός που αναδεικνύει το βαθύ χάσμα κόστους εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ανάλυση των δεδομένων για το έτος 2024 αποκαλύπτει μια εικόνα έντονων αντιθέσεων. Ενώ ο μέσος όρος τιμής για ένα εκτάριο αρόσιμης γης σε 23 κράτη-μέλη της ΕΕ (εξαιρουμένης της Γερμανίας) διαμορφώθηκε στα 15.224 ευρώ, στη γερμανική επικράτεια το αντίστοιχο κόστος εκτοξεύθηκε στα 42.800 ευρώ. Η διαφορά αυτή καταδεικνύει την τεράστια απόκλιση της γερμανικής αγοράς ακινήτων αγροτικού ενδιαφέροντος από τα ισχύοντα στην υπόλοιπη ήπειρο, με τις τιμές να καταγράφουν παράλληλα ετήσια αύξηση της τάξης του 6%, τόσο στη Γερμανία όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Το χάσμα Δύσης-Ανατολής και οι ακραίες τιμές
Η ευρωπαϊκή αγορά αγροτικής γης χαρακτηρίζεται από τεράστια μεταβλητότητα, με τις τιμές να επηρεάζονται καθοριστικά από τη γεωγραφική θέση και τη διαθεσιμότητα των εκτάσεων. Τα στοιχεία της Eurostat φέρνουν στο φως ένα εντυπωσιακό εύρος τιμών: στο χαμηλότερο άκρο της κλίμακας βρίσκεται η Λετονία, όπου η αγορά ενός εκταρίου κοστίζει κατά μέσο όρο μόλις 4.825 ευρώ, ενώ στον αντίποδα βρίσκεται η Μάλτα, όπου λόγω της εξαιρετικά περιορισμένης έκτασης, η τιμή εκτοξεύεται στα 201.263 ευρώ ανά εκτάριο.
Στην κατηγορία των «ακριβών» χωρών, αμέσως μετά τη Μάλτα, τοποθετείται η Ολλανδία. Στη δυτική γείτονα της Γερμανίας, η μέση τιμή αγοράς αρόσιμης γης έφτασε τα 96.608 ευρώ ανά εκτάριο, ποσό που αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 30% σε σχέση με την προηγούμενη πενταετία. Αντίθετα, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης προσφέρουν πολύ πιο προσιτές επιλογές. Στην Πολωνία, το κόστος ανέρχεται σε 16.118 ευρώ ανά εκτάριο, ενώ ιδιαίτερα χαμηλές τιμές καταγράφονται στη Λιθουανία (5.590 ευρώ) και τη Σλοβακία (5.823 ευρώ), διαμορφώνοντας ένα σαφές χάσμα ανταγωνιστικότητας μεταξύ Δύσης και Ανατολής.
Διπλάσιο κόστος και για τα βοσκοτόπια
Παρόμοια εικόνα ανισότητας επικρατεί και στην αγορά των βοσκοτόπων και λιβαδιών (Grünland). Και σε αυτή την κατηγορία, οι Γερμανοί κτηνοτρόφοι βρίσκονται αντιμέτωποι με τιμές που υπερβαίνουν κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Συγκεκριμένα, ενώ η μέση τιμή στην ΕΕ για το 2024 κυμάνθηκε στα 11.753 ευρώ ανά εκτάριο, στη Γερμανία το κόστος ανήλθε στα 24.800 ευρώ, ποσό υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η Ολλανδία διατηρεί και εδώ τα σκήπτρα της ακρίβειας, με την τιμή των βοσκοτόπων να φτάνει τα 77.609 ευρώ ανά εκτάριο, αντανακλώντας την εντατική χρήση γης στη χώρα. Στον αντίποδα, η Βουλγαρία αναδεικνύεται ως η φθηνότερη επιλογή για την αγορά μόνιμων βοσκοτόπων, με το κόστος να περιορίζεται μόλις στα 1.877 ευρώ ανά εκτάριο. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν ότι η απόκτηση γης στη Γερμανία αποτελεί πλέον μια επένδυση υψηλού ρίσκου και κόστους, επηρεάζοντας άμεσα τη βιωσιμότητα των αγροτικών εκμεταλλεύσεων.
