Μια αποκαλυπτική εικόνα για το κόστος που επωμίζονται οι ιδιοκτήτες οχημάτων στην Ελβετία φέρνει στο φως νέα έκθεση της Ομοσπονδιακής Διοίκησης Οικονομικών.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκονται τα τέλη που επιβάλλονται για διοικητικές πράξεις, όπως η έκδοση άδειας οδήγησης και ο τεχνικός έλεγχος οχημάτων, με τα στοιχεία να δείχνουν ότι σε πολλές περιπτώσεις τα καντόνια εισπράττουν πολύ περισσότερα από όσα δαπανούν, πρακτική που εγείρει σοβαρά ζητήματα νομιμότητας και ηθικής.
Βάσει της ομοσπονδιακής νομοθεσίας, τα ανταποδοτικά τέλη οφείλουν να καλύπτουν το κόστος της παρεχόμενης υπηρεσίας και όχι να λειτουργούν ως μηχανισμός κερδοφορίας για τα ταμεία των καντονιών.
Ωστόσο, η εφαρμογή ενός ειδικού δείκτη κόστους-εσόδων, όπου το 100 αποτελεί το σημείο ισορροπίας, κατέδειξε σημαντικές υπερβάσεις.
Συγκεκριμένα, τρία καντόνια εμφανίζουν δείκτες που παραπέμπουν σε δυσαναλογία χρεώσεων: το Appenzell Innerrhoden εκτοξεύεται στο 164%, το Τιτσίνο ακολουθεί με 156% και η Γενεύη καταγράφει 147%.
Η έκθεση επισημαίνει ότι, αν και το 100% δεν είναι απόλυτο όριο, τέτοιες αποκλίσεις υποδηλώνουν σαφώς αναντιστοιχία μεταξύ των επιβαλλόμενων τελών και των πραγματικών εξόδων των υπηρεσιών.
Οι εξηγήσεις των καντονιών και οι ιδιαιτερότητες
Οι αρμόδιες αρχές των εμπλεκόμενων περιοχών αρνούνται τις κατηγορίες περί αισχροκέρδειας, προβάλλοντας τεχνικούς και λογιστικούς λόγους για τους υψηλούς δείκτες.
Στην περίπτωση του Appenzell Innerrhoden, οι υπεύθυνοι αποδίδουν το υψηλό ποσοστό στον τεράστιο όγκο ταξινομήσεων ενοικιαζόμενων οχημάτων.
Το συγκεκριμένο καντόνι φιλοξενεί τις έδρες διαχείρισης στόλου πέντε μεγάλων εταιρειών ενοικίασης, λαμβάνοντας αποζημίωση για τη διαχειριστική δαπάνη, η οποία το 2023 ξεπέρασε τις 900.000 φράγκα.
Χωρίς αυτό το ειδικό έσοδο, υποστηρίζουν ότι ο δείκτης θα έπεφτε κάτω από το 100%, καθιστώντας την άμεση σύγκριση παραπλανητική.
Αντίστοιχα επιχειρήματα προβάλει και το Τιτσίνο, εστιάζοντας στις δημοπρασίες πινακίδων κυκλοφορίας που αποφέρουν ετησίως εκατοντάδες χιλιάδες φράγκα, αυξάνοντας πλασματικά τα έσοδα της υπηρεσίας.
Παράλληλα, τονίζεται ότι σημαντικά λειτουργικά κόστη, όπως η συντήρηση κτιρίων και η πληροφοριακή υποστήριξη, χρεώνονται σε άλλους προϋπολογισμούς και δεν εμφανίζονται στα έξοδα της υπηρεσίας οδικής κυκλοφορίας, δημιουργώντας μια στρεβλή εικόνα κερδοφορίας.
Παρ’ όλα αυτά, η Γενεύη προχώρησε ήδη σε αυτοκριτική και διορθωτικές κινήσεις, μειώνοντας από την αρχή του έτους τα τιμολόγια σε άδειες και πινακίδες, αναγνωρίζοντας πλεονάσματα σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπηρεσιών.
Παρέμβαση του Επόπτη Τιμών και αντιδράσεις της αγοράς
Την έντονη αντίθεσή του με την πρακτική της πλήρους ή υπερβάλλουσας χρέωσης εξέφρασε ο Επόπτης Τιμών, Stefan Meierhans.
Σε δήλωσή του, ξεκαθάρισε ότι οι οδηγοί δεν θα πρέπει να επωμίζονται περισσότερο από το 80% του κόστους λειτουργίας των υπηρεσιών οδικής κυκλοφορίας.
Το σκεπτικό του βασίζεται στην αρχή ότι η οδική ασφάλεια αποτελεί δημόσιο αγαθό και, ως εκ τούτου, ένα μέρος της δαπάνης πρέπει να καλύπτεται από τη γενική φορολογία και όχι αποκλειστικά από τα τέλη που πληρώνουν οι χρήστες.
Ο Meierhans κάλεσε τους πολίτες να διεκδικήσουν διαφάνεια και να αξιοποιήσουν νομικά μέσα όπου διαπιστώνονται υπερβάσεις.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο σύνδεσμος «autoschweiz», ο οποίος σε κείμενο θέσεων καταγγέλλει τη φορολογική μεταχείριση των οδηγών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, οι αυτοκινητιστές καταβάλλουν ετησίως στο κράτος ποσά που υπερβαίνουν τα 12,7 δισεκατομμύρια φράγκα, ωστόσο μόλις 8,8 δισεκατομμύρια επιστρέφουν πραγματικά σε υποδομές και υπηρεσίες οδικού δικτύου, αφήνοντας ένα τεράστιο χρηματοδοτικό κενό εις βάρος των χρηστών.
