Γερμανία – Σε μια νέα οικονομική επιβάρυνση για τους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών στη Γερμανία προχωρά η Deutsche Telekom, ανακοινώνοντας αυξήσεις στα μηνιαία πάγια των συνδρομητών της. Μετά το κύμα ανατιμήσεων στις εισφορές των ασφαλιστικών ταμείων υγείας (Krankenkassen), οι καταναλωτές καλούνται να αντιμετωπίσουν υψηλότερες χρεώσεις και στον κρίσιμο τομέα των τηλεπικοινωνιών και του διαδικτύου. Η εταιρεία προχωρά σε αναπροσαρμογή των τιμολογίων της, σπάζοντας την πρακτική της σταθερότητας για τους υφιστάμενους πελάτες και ακολουθώντας την αυξητική τάση που επικρατεί στην αγορά.
Οι αλλαγές θα τεθούν σε ισχύ από την 1η Απριλίου 2026 και αφορούν συγκεκριμένα τους «πιστούς» πελάτες της εταιρείας. Συγκεκριμένα, η αύξηση επηρεάζει όλους τους συνδρομητές που έχουν συνάψει συμβόλαια σταθερής τηλεφωνίας και ίντερνετ πριν από το 2023. Η επιβάρυνση ανέρχεται στα 2 ευρώ μηνιαίως για τα πακέτα των σειρών «MagentaZuhause» και «Call & Surf». Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι ένας λογαριασμός που μέχρι σήμερα κόστιζε 44,95 ευρώ, θα διαμορφωθεί πλέον στα 46,95 ευρώ, ανεβάζοντας το ετήσιο κόστος χρήσης για τις ίδιες ακριβώς υπηρεσίες.
Το δικαίωμα ειδικής καταγγελίας για τους συνδρομητές
Η μονομερής αλλαγή των όρων του συμβολαίου από την πλευρά του παρόχου ενεργοποιεί αυτομάτως δικαιώματα προστασίας για τους καταναλωτές, τα οποία οι ενώσεις προστασίας καταναλωτών τονίζουν πως πρέπει να αξιοποιηθούν εγκαίρως. Βάσει της νομοθεσίας, όταν ένας πάροχος αυξάνει τις τιμές σε υφιστάμενο συμβόλαιο, ο πελάτης αποκτά το λεγόμενο «Sonderkündigungsrecht», δηλαδή το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας της σύμβασης χωρίς ποινή ή τέλη αποδέσμευσης.
Οι συνδρομητές που επηρεάζονται από τις αυξήσεις έχουν τη δυνατότητα να τερματίσουν τη συνεργασία τους με την Telekom, εφόσον το επιθυμούν, το νωρίτερο έως τις 31 Μαρτίου 2026, δηλαδή μία ημέρα πριν τεθούν σε ισχύ οι νέες χρεώσεις. Οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών υποχρεούνται νομικά να ενημερώνουν τους πελάτες τους για τις επικείμενες αλλαγές με προσωπική επιστολή ή email, τουλάχιστον έναν μήνα και το πολύ δύο μήνες πριν από την εφαρμογή των νέων τιμών. Αυτό το χρονικό περιθώριο δίνει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να ερευνήσουν την αγορά για φθηνότερες εναλλακτικές λύσεις και να προχωρήσουν σε αλλαγή παρόχου εάν κρίνουν ότι η αύξηση είναι ασύμφορη.
Το κύμα ανατιμήσεων στην αγορά τηλεπικοινωνιών
Η κίνηση της Telekom δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αλλά εντάσσεται σε μια γενικότερη τάση ανατιμήσεων που χαρακτηρίζει τη γερμανική αγορά τηλεπικοινωνιών τον τελευταίο χρόνο. Ήδη από τον Οκτώβριο του προηγούμενου έτους, η ανταγωνίστρια εταιρεία Vodafone είχε προχωρήσει σε αντίστοιχες αυξήσεις τιμών, οι οποίες μάλιστα εφαρμόστηκαν και σε παλαιότερα συμβόλαια (προ του 2023), καθώς και σε περιπτώσεις αλλαγής προγράμματος. Η Telekom, η οποία μέχρι πρότινος είχε αυξήσει τις τιμές κυρίως για τους νέους πελάτες κατά την υπογραφή συμβολαίου, επεκτείνει πλέον την πολιτική αυτή και στη βάση των παλαιών συνδρομητών της.
Οι πάροχοι δικαιολογούν αυτές τις επιβαρύνσεις επικαλούμενοι την κατακόρυφη αύξηση του λειτουργικού κόστους. Σύμφωνα με τις επίσημες τοποθετήσεις, η ενέργεια για τη λειτουργία των δικτύων, το κόστος συντήρησης, καθώς και οι αυξημένες δαπάνες για τεχνική υποστήριξη και σέρβις έχουν δημιουργήσει οικονομική πίεση που μετακυλίεται στον τελικό καταναλωτή. Επιπλέον, η Telekom στέκεται ιδιαίτερα στην ανάγκη χρηματοδότησης των έργων εκσυγχρονισμού του δικτύου της, μια διαδικασία που απαιτεί τεράστια κεφάλαια, τα οποία πλέον καλούνται να καλύψουν εν μέρει και οι μακροχρόνιοι συνδρομητές μέσω των αυξημένων παγίων.