Βερολίνο – Μπροστά σε μία από τις κρισιμότερες καμπές για το μέλλον του κοινωνικού κράτους βρίσκεται η Γερμανία, καθώς η ομοσπονδιακή κυβέρνηση συνασπισμού (Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών) προχωρά με ταχείς ρυθμούς στην αναδιαμόρφωση του συνταξιοδοτικού χάρτη της χώρας. Η ειδική 13μελής ομάδα εμπειρογνωμόνων, γνωστή ως Επιτροπή για τη Διασφάλιση των Συντάξεων (Alterssicherungskommission/ASK), έχει λάβει σαφή εντολή να παρουσιάσει βιώσιμες λύσεις για τη διάσωση ενός συστήματος που δέχεται ισχυρές πιέσεις λόγω της δημογραφικής γήρανσης.
Σύμφωνα με πληροφορίες που διακινούνται στον γερμανικό τύπο, η επιτροπή ετοιμάζεται να σπάσει ένα μακροχρόνιο πολιτικό ταμπού, θέτοντας επίσημα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων την αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης στα 70 έτη. Η κρίσιμη ημερομηνία για την οριστικοποίηση των προτάσεων έχει οριστεί για τις 30 Ιουνίου, με τους ειδικούς να εργάζονται πυρετωδώς ώστε να παραδώσουν ένα πλήρες πακέτο μεταρρυθμίσεων που θα διασφαλίζει τη λειτουργικότητα του ταμείου για τις επόμενες δεκαετίες.
Οι διεργασίες αναμένεται να κορυφωθούν στην προγραμματισμένη συνεδρίαση της 23ης Φεβρουαρίου, η οποία χαρακτηρίζεται από πολιτικούς αναλυτές ως καθοριστική. Στο επίκεντρο της ατζέντας βρίσκεται αυτό που χαρακτηρίζεται ως «το μεγάλο αγκάθι» του συστήματος: η χρονική επέκταση του εργασιακού βίου.
Οι πληροφορίες αναφέρουν πως οι συζητήσεις δεν αφορούν πλέον θεωρητικά σενάρια, αλλά συγκεκριμένα μοντέλα εφαρμογής που θα μπορούσαν να νομοθετηθούν άμεσα. Η στόχευση της επιτροπής είναι διττή και αφορά τόσο την αποτροπή της πρόωρης συνταξιοδότησης όσο και την παροχή ισχυρών κινήτρων για την παραμονή στην εργασία, σε μια προσπάθεια να αντιστραφεί η δυσμενής αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους που απειλεί τη δημοσιονομική σταθερότητα της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης.
Το σενάριο των 70 ετών και ο μηχανισμός ποινών
Η βασική πρόταση που φαίνεται να κερδίζει έδαφος εντός της επιτροπής αφορά τη σταδιακή αλλά δεσμευτική αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης μέχρι το 70ό έτος της ηλικίας. Τα μέλη της Επιτροπής ASK επεξεργάζονται διάφορα σενάρια για το πώς θα εφαρμοστεί αυτό στην πράξη, με ιδιαίτερη έμφαση στο ύψος των οικονομικών αντικινήτρων για όσους επιλέξουν να αποχωρήσουν νωρίτερα από την αγορά εργασίας. Συγκεκριμένα, εξετάζεται ο επανακαθορισμός των «εκπτώσεων» (Abschläge), δηλαδή των μειώσεων που θα υφίσταται η μηνιαία σύνταξη για κάθε μήνα ή έτος πρόωρης αποχώρησης πριν από το νέο θεσμοθετημένο όριο.
Παράλληλα με το «μαστίγιο» των περικοπών, η επιτροπή σχεδιάζει και το «καρότο». Σύμφωνα με διαρροές, υπάρχει η πρόθεση να θεσπιστεί μια «πολύ γενναιόδωρη» ανταμοιβή για τους εργαζομένους που θα επιλέξουν να παραμείνουν ενεργοί επαγγελματικά και μετά τα 70 έτη. Στόχος είναι να καταστεί η παράταση του εργασιακού βίου όχι μόνο αναγκαία αλλά και οικονομικά ελκυστική, μετατρέποντας την εργασία στην τρίτη ηλικία από ανάγκη επιβίωσης σε ευκαιρία βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου. Η προσέγγιση αυτή αντικατοπτρίζει την αγωνία των αρχών να διατηρήσουν έμπειρο εργατικό δυναμικό στην αγορά, καλύπτοντας τα κενά που αφήνει η δημογραφική συρρίκνωση.
Εξίσου σημαντική είναι η συζήτηση για τη διεύρυνση της βάσης των εισφορών. Υπό την προεδρία της καθηγήτριας Κοινωνικού Δικαίου Constanze Janda και του πρώην επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Εργασίας Frank-Jürgen Weise, η ομάδα εξετάζει το ενδεχόμενο να ενταχθούν στο ενιαίο συνταξιοδοτικό ταμείο κατηγορίες που μέχρι σήμερα εξαιρούνταν, όπως οι δημόσιοι υπάλληλοι (Beamte) και οι πολιτικοί. Αν και οι εμπειρογνώμονες αναγνωρίζουν ότι η αύξηση των εισφερόντων δεν λύνει από μόνη της το μακροχρόνιο πρόβλημα της ανισορροπίας μεταξύ συνταξιούχων και εργαζομένων, θεωρείται ένα μέτρο κοινωνικής δικαιοσύνης που μπορεί να προσφέρει μια μεσοπρόθεσμη ανάσα στα ταμεία.
Στροφή στις αγορές και ευρωπαϊκά πρότυπα
Πέραν των ηλικιακών ορίων, η επιτροπή αναζητά λύσεις και μέσω της αλλαγής του τρόπου διαχείρισης των κεφαλαίων. Υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των μελών ότι η ιδιωτική και η επαγγελματική ασφάλιση πρέπει να υποστηριχθούν έντονα από επενδύσεις στο χρηματιστήριο. Το σχέδιο προβλέπει την αξιοποίηση της κεφαλαιαγοράς για την ενίσχυση των αποδόσεων, ωστόσο τίθενται αυστηροί όροι ασφαλείας. Οι ειδικοί αποκλείουν ρητά την επένδυση σε μεμονωμένες μετοχές και το «ρίσκο τζόγου» (Zockerrisiko), ειδικά όσο πλησιάζει η ημερομηνία συνταξιοδότησης του ασφαλισμένου.
Για τον σχεδιασμό αυτού του νέου πυλώνα, η επιτροπή μελετά διεξοδικά τα συστήματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών που έχουν ήδη εφαρμόσει παρόμοιες μεταρρυθμίσεις με επιτυχία, όπως η Σουηδία, η Νορβηγία και η Ολλανδία. Οι χώρες αυτές έχουν καταφέρει να ενσωματώσουν επενδυτικά στοιχεία στην κοινωνική ασφάλιση, διατηρώντας παράλληλα υψηλά επίπεδα προστασίας για τους πολίτες. Η γερμανική πλευρά φαίνεται να επιδιώκει μια προσαρμογή αυτών των μοντέλων στα δεδομένα της μεγαλύτερης οικονομίας της ευρωζώνης, αποφεύγοντας τα λάθη του παρελθόντος.
Αξιοσημείωτο είναι το κλίμα που επικρατεί στο εσωτερικό της 13μελούς επιτροπής. Σύμφωνα με πληροφορίες, η εργασία εξελίσσεται με εκπληκτική νηφαλιότητα και απουσία ιδεοληψιών, με μοναδική εξαίρεση κάποιες μεμονωμένες παρεμβάσεις από την Annika Klose, οι οποίες περιγράφονται ως «λαογραφία ταξικής πάλης». Ωστόσο, η γενική κατεύθυνση είναι σαφής: δεν προβλέπονται μειοψηφικές εκθέσεις ή επίσημα αντίθετα πορίσματα. Τυχόν αποκλίνουσες απόψεις θα καταγραφούν απλώς ως αναφορές, χωρίς να αποδυναμώνουν την κεντρική πρόταση. Το σύνθημα που κυριαρχεί και καθοδηγεί τις εργασίες είναι απόλυτο: «Η κυβέρνηση θα λάβει ξεκάθαρες συστάσεις και όχι δικαιολογίες».