Σε σταυροδρόμι πιέσεων βρίσκεται το γερμανικό συνταξιοδοτικό σύστημα, με τις συγκρίσεις να είναι αποκαλυπτικές και συχνά επώδυνες για το Βερολίνο. Ενώ στη Γερμανία η συζήτηση για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού φουντώνει, στη γειτονική Αυστρία οι συνταξιούχοι απολαμβάνουν κατά μέσο όρο 500 ευρώ υψηλότερες αποδοχές, με το «καθαρό» ποσό να φτάνει τα 1.650 ευρώ μηνιαίως, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2022. Επιπλέον, οι Αυστριακοί βγαίνουν στη σύνταξη στα 65, νωρίτερα από το γερμανικό όριο των 67 ετών που εφαρμόζεται σταδιακά.
Η υπεροχή του αυστριακού μοντέλου δεν είναι τυχαία, αλλά έχει το τίμημά της. Στηρίζεται σε υψηλότερες εισφορές (22,8% έναντι 18,6% στη Γερμανία) και σε γενναία κρατική χρηματοδότηση που αγγίζει το 13% του ΑΕΠ, όταν στη Γερμανία περιορίζεται στο 9,5%. Καθοριστικός παράγοντας είναι η ενσωμάτωση σχεδόν όλων των εργαζομένων –συμπεριλαμβανομένων ελεύθερων επαγγελματιών και δημοσίων υπαλλήλων– στο ενιαίο ταμείο, μια μεταρρύθμιση που ξεκίνησε το 2005. Παράλληλα, η χώρα ευνοείται από δημογραφικά δεδομένα, με μέσο όρο ηλικίας σχεδόν δύο χρόνια χαμηλότερο από τη Γερμανία, αποτέλεσμα και της αυξημένης μετανάστευσης.
Ολλανδία και Δανία: Τα πρότυπα του Βορρά
Στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης, σύμφωνα με τον «Global Pension Index 2025», βρίσκεται η Ολλανδία. Το μυστικό της επιτυχίας είναι το λεγόμενο «μοντέλο Καπουτσίνο», το οποίο συνδυάζει τρεις πυλώνες: την κρατική, την επαγγελματική και την ιδιωτική ασφάλιση. Κάθε κάτοικος δικαιούται βασική κρατική σύνταξη, ανεξαρτήτως εισφορών, αρκεί να έχει ζήσει στη χώρα από τα 15 έως τα 65 έτη. Σε συνδυασμό με την επαγγελματική ασφάλιση, στην οποία συμμετέχει το 90% των εργαζομένων, οι Ολλανδοί μπορούν να λαμβάνουν σύνταξη που αγγίζει το 100% του τελευταίου μισθού τους.
Στη Δανία, το σύστημα προσφέρει μια εντυπωσιακή βασική σύνταξη («Folkepension») ύψους σχεδόν 2.000 ευρώ, η οποία συνδέεται με τα χρόνια διαμονής στη χώρα και όχι με την εργασία. Επιπλέον, λειτουργεί ένα υποχρεωτικό κεφαλαιοποιητικό σύστημα αποταμίευσης. Ωστόσο, το τίμημα είναι το υψηλό όριο ηλικίας: οι Δανοί συνταξιοδοτούνται σήμερα στα 67, ενώ για τους γεννηθέντες μετά το 1971 το όριο θα ανέβει στα 70 έτη από το 2040.
Οι προκλήσεις του Νότου και της Γαλλίας
Στη Γαλλία, παρά τις υψηλές εισφορές (22,8%), το σύστημα αντιμετωπίζει ελλείμματα δισεκατομμυρίων, οδηγώντας σε αμφιλεγόμενες μεταρρυθμίσεις για αύξηση του ορίου ηλικίας από τα 62 στα 64 έτη. Η μέση καθαρή σύνταξη το 2022 κυμαινόταν στα 1.512 ευρώ. Στον Νότο, η Ιταλία δαπανά το εντυπωσιακό 16% του ΑΕΠ για συντάξεις, με το ποσοστό αναπλήρωσης να φτάνει το 75% του μισθού, αν και οι χαμηλότεροι μισθοί οδηγούν σε μέση σύνταξη περίπου 1.300 ευρώ.
Η Ελλάδα, από την πλευρά της, εμφανίζει ιδιαιτερότητες. Με όριο ηλικίας στα 67 έτη και ενοποιημένο φορέα (e-EFKA) μετά την κρίση, δαπανά το 14,4% του ΑΕΠ για συντάξεις, ποσοστό πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Παρόλο που οι οικονομικοί δείκτες και ο κίνδυνος φτώχειας προβληματίζουν, η χώρα παραμένει κορυφαίος προορισμός για ξένους συνταξιούχους, χάρη και στα φορολογικά κίνητρα που προσφέρει. Ένα σημαντικό πλεονέκτημα για τους Έλληνες συνταξιούχους είναι η ιδιοκατοίκηση, που αγγίζει το 70%, σε αντίθεση με τη Γερμανία όπου το ποσοστό είναι μόλις 47%.
