Έντονη αντιπαράθεση έχει ξεσπάσει στον χώρο της εκπαίδευσης στην Ελβετία, μετά την παρουσίαση του νέου προγράμματος του Ελβετικού Λαϊκού Κόμματος (SVP) για τη μεταρρύθμιση του δημοσίου σχολείου.
Το κόμμα κατέθεσε μια σειρά προτάσεων που στοχεύουν, κατά δήλωσή του, στην αντιμετώπιση της κρίσης που διέρχεται η υποχρεωτική εκπαίδευση και στην ανάσχεση της πτώσης των μαθητικών επιδόσεων.
Ωστόσο, οι θέσεις αυτές προκάλεσαν την άμεση και αιχμηρή αντίδραση του κλάδου των εκπαιδευτικών, οι οποίοι κάνουν λόγο για παιδαγωγικό αναχρονισμό και απλούστευση σύνθετων κοινωνικών ζητημάτων.
Στο επίκεντρο του εγγράφου που παρουσίασε το SVP βρίσκεται η επιστροφή σε παραδοσιακές μεθόδους διδασκαλίας.
Το κόμμα ζητά περισσότερες ασκήσεις ορθογραφίας, έμφαση στους νοητικούς υπολογισμούς (αριθμητική από μνήμης) και την υποχρεωτική αποστήθιση ποιημάτων.
Παράλληλα, θέτει στο στόχαστρο τη σύνθεση των τάξεων, συνδέοντας άμεσα την ποιότητα της εκπαίδευσης με το ποσοστό των μαθητών που προέρχονται από μεταναστευτικό περιβάλλον.
«Πεπαλαιωμένες παιδαγωγικές αντιλήψεις»
Η Ομοσπονδία των Ελβετών Εκπαιδευτικών (LCH) δεν άφησε ασχολίαστες τις εξαγγελίες, εκφράζοντας σοβαρές ενστάσεις για τη φιλοσοφία του προγράμματος.
Σε επίσημη ανακοίνωσή του, ο φορέας χαρακτηρίζει πολλές από τις προτεινόμενες λύσεις ως προϊόντα «ξεπερασμένων παιδαγωγικών αντιλήψεων».
Σύμφωνα με τους εκπαιδευτικούς, η απλή επιστροφή σε μεθόδους του παρελθόντος αδυνατεί να ανταποκριθεί στη σύγχρονη πραγματικότητα του δημόσιου σχολείου, η οποία χαρακτηρίζεται από υψηλή κοινωνική πολυπλοκότητα, μαθησιακή ποικιλομορφία και αυξημένες επιστημονικές απαιτήσεις.
Η Πρόεδρος της Ομοσπονδίας, Dagmar Rösler, αναγνώρισε ως θετικό το γεγονός ότι το μεγαλύτερο κόμμα της Ελβετίας στρέφει την προσοχή του στα προβλήματα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης.
Οι δάσκαλοι συμφωνούν με τη διαπίστωση ότι το σχολείο αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις, όπως η έλλειψη προσωπικού και ο μεγάλος φόρτος εργασίας στην καθημερινότητα.
Ωστόσο, η σύμπνοια σταματά στη διαπίστωση του προβλήματος, καθώς οι προτεινόμενες θεραπείες, και ειδικά η σύνδεση με το μεταναστευτικό, βρίσκουν τον κλάδο κάθετα αντίθετο.
Το αγκάθι της μετανάστευσης και τα δίδακτρα
Το σημείο τριβής εστιάζεται στην προσέγγιση του SVP για τον ρόλο των αλλοδαπών μαθητών.
Το κόμμα εισηγείται την επιβολή ανώτατου ορίου (plafon) στο ποσοστό των ξενόγλωσσων παιδιών ανά τάξη, υποστηρίζοντας ότι όταν αυτό υπερβαίνει το 30%, το επίπεδο της διδασκαλίας υποβαθμίζεται.
Επιπλέον, προτείνει οι γονείς αλλοδαπής καταγωγής να υποχρεούνται να στέλνουν τα παιδιά τους σε μαθήματα γλωσσικής προετοιμασίας πριν από την εγγραφή τους στο σχολείο, καλύπτοντας οι ίδιοι το σχετικό κόστος.
«Δεν μπορεί να αποδίδεται κάθε πρόβλημα του δημόσιου σχολείου στη μετανάστευση», απαντά η Ομοσπονδία, απορρίπτοντας τα συμπεράσματα του SVP ως ατεκμηρίωτα και επικίνδυνα για τη διεξαγωγή ενός νηφάλιου διαλόγου.
Αν και οι εκπαιδευτικοί τάσσονται υπέρ της υποχρεωτικής πρώιμης γλωσσικής ενίσχυσης, διαφωνούν ριζικά με τη μετακύλιση του κόστους στους γονείς.
Στο ζήτημα της χρηματοδότησης, η Ομοσπονδία περνά στην αντεπίθεση, αναδεικνύοντας την πολιτική ανακολουθία του κόμματος.
Όπως επισημαίνεται, ενώ το SVP διατυπώνει τώρα ευρείες απαιτήσεις για την αναβάθμιση της παιδείας, τα προηγούμενα χρόνια ήταν η πολιτική δύναμη που καταψήφιζε συστηματικά την αύξηση των κονδυλίων για την εκπαίδευση και ειδικότερα για την πρώιμη στήριξη των μαθητών.
Οι εκπαιδευτικοί καλούν πλέον το κόμμα να αναλάβει την ευθύνη και να στηρίξει έμπρακτα, μέσω της πολιτικής διαδικασίας, την εξασφάλιση των απαραίτητων πόρων που έχει ανάγκη το δημόσιο σχολείο.
