Στουτγάρδη – Ένα από τα πιο φιλόδοξα και συζητημένα έργα υποδομής στη Γερμανία, το σιδηροδρομικό δίκτυο Stuttgart 21, βρίσκεται αντιμέτωπο με μια νέα, πολυετή καθυστέρηση.
Οι αρχικοί σχεδιασμοί για την παράδοση του υπόγειου σταθμού και των νέων γραμμών στην πρωτεύουσα του κρατιδίου της Βάδης-Βυρτεμβέργης ανατρέπονται πλήρως.
Οι νεότερες εκτιμήσεις μεταθέτουν την έναρξη λειτουργίας για το 2029, ή ακόμη και για το 2030, προκαλώντας έντονη ανησυχία στους πολίτες.
Η εξέλιξη αυτή διαψεύδει τις προηγούμενες δεσμεύσεις για μερική λειτουργία στα τέλη του 2026.
Επιβεβαιώνονται πλέον οι υποψίες που είχαν δημιουργηθεί από τα τέλη του προηγούμενου έτους σχετικά με την αδυναμία τήρησης των αυστηρών προθεσμιών.
Το συγκεκριμένο έργο, το οποίο αναμένεται να μεταμορφώσει ριζικά τον τρόπο μετακίνησης στην ευρύτερη περιοχή, έχει ήδη στιγματιστεί από συνεχείς αναβολές και τεράστιες αναθεωρήσεις του προϋπολογισμού του.
Σύμφωνα με αναφορές του γερμανικού τύπου, οι οποίες επικαλούνται πληροφορίες από το εσωτερικό των εμπλεκόμενων φορέων, η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω.
Το επιβατικό κοινό και οι τοπικές αρχές παραμένουν σε καθεστώς απόλυτης αβεβαιότητας σχετικά με την οριστική ημερομηνία παράδοσης των εγκαταστάσεων.
Η απουσία ενός σταθερού και δεσμευτικού χρονοδιαγράμματος προκαλεί έντονο προβληματισμό για τη διαχείριση των μεγάλων δημόσιων έργων στη χώρα.
Η καθυστέρηση αυτή δεν επηρεάζει μόνο τις τοπικές συγκοινωνίες, αλλά προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις και στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό μεταφορών, καθώς η πόλη αποτελεί κομβικό σημείο διασύνδεσης.
Τα τεχνικά εμπόδια και η χρηματοδοτική στενότητα
Το βασικότερο πρόβλημα που οδηγεί σε αυτή τη νέα παράταση εντοπίζεται στον λεγόμενο Ψηφιακό Κόμβο της πόλης (Digitaler Knoten Stuttgart).
Πρόκειται για ένα εξαιρετικά κρίσιμο πιλοτικό πρόγραμμα, το οποίο έχει σχεδιαστεί αποκλειστικά με σκοπό τον πλήρη ψηφιακό εκσυγχρονισμό της τεχνολογίας ελέγχου και ασφάλειας των τρένων στην ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή. Ωστόσο, η υλοποίηση αυτού του νευραλγικού συστήματος έχει βαλτώσει σε ανησυχητικό βαθμό.
Όπως προκύπτει από τις δημοσιογραφικές έρευνες, τα βασικά εμπόδια οφείλονται κυρίως σε εκτεταμένες περικοπές στο ευρύτερο πρόγραμμα ψηφιοποίησης της γερμανικής εταιρείας σιδηροδρόμων (Deutsche Bahn).
Οι αρμόδιοι φορείς αποφάσισαν πρόσφατα να ανακατευθύνουν τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους προς άλλα, εξαιρετικά επείγοντα έργα συντήρησης και ανακαίνισης του υφιστάμενου, παλαιού δικτύου.
Αυτή η στρατηγική επιλογή άφησε το πιλοτικό πρόγραμμα του νέου σταθμού δραματικά υποχρηματοδοτούμενο.
Αυτή η απότομη μετατόπιση των οικονομικών προτεραιοτήτων είχε άμεσες και πολύ σοβαρές επιπτώσεις στο ανθρώπινο δυναμικό των εταιρειών.
Τόσο η γερμανική εταιρεία όσο και η ιαπωνική πολυεθνική Hitachi, η οποία έχει αναλάβει την τεχνική εκτέλεση του Ψηφιακού Κόμβου, προχώρησαν σε σημαντικές μειώσεις προσωπικού.
Επιπρόσθετα, η στασιμότητα στη διαδικασία ψηφιοποίησης έχει οδηγήσει σε πλήρη έλλειψη νέων, συμπληρωματικών συμβάσεων.
Ως αποτέλεσμα, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις στερούνται πλέον οποιουδήποτε ουσιαστικού επιχειρηματικού κινήτρου για να συνεχίσουν την ανάπτυξη και την εγκατάσταση της νέας, προηγμένης ψηφιακής τεχνολογίας συρμών που απαιτείται για τις ανάγκες του κόμβου.
Το ιστορικό των διαδοχικών αναβολών
Η ιστορία του μεγαλεπήβολου κατασκευαστικού έργου χαρακτηρίζεται από μια συνεχή και απογοητευτική μετάθεση του ορίζοντα ολοκλήρωσης.
Βάσει του απόλυτα αρχικού σχεδιασμού, οι σύγχρονες εγκαταστάσεις θα έπρεπε να είχαν δοθεί στην κυκλοφορία για το κοινό ήδη από τα τέλη του 2019. Παρόλα αυτά, η ημερομηνία αυτή ακυρώθηκε επανειλημμένα μέσα στα χρόνια.
Μόλις τον περασμένο Ιούλιο, η διοίκηση των σιδηροδρόμων είχε παρουσιάσει με επισημότητα ένα αναθεωρημένο πλάνο λειτουργίας.
Σύμφωνα με αυτό, από τον Δεκέμβριο του 2026 θα ξεκινούσε σταδιακά η δρομολόγηση των αμαξοστοιχιών μεγάλων αποστάσεων, καθώς και ενός συγκεκριμένου τμήματος της περιφερειακής κυκλοφορίας, μέσω των νέων υπόγειων εγκαταστάσεων.
Το ίδιο ακριβώς σχέδιο προέβλεπε ότι το υπόλοιπο τμήμα των περιφερειακών δρομολογίων θα συνέχιζε να εξυπηρετείται προσωρινά από τον παλιό, υπέργειο τερματικό σταθμό τουλάχιστον μέχρι το καλοκαίρι του 2027.
Αυτές οι θεσμικές διαβεβαιώσεις, ωστόσο, κατέρρευσαν σαν χάρτινος πύργος λίγους μήνες αργότερα.
Ήδη από τα μέσα Νοεμβρίου, ο δήμαρχος της πόλης, Frank Nopper, ενημέρωσε επισήμως ότι έλαβε έγγραφη ειδοποίηση από την εταιρεία σιδηροδρόμων.
Η ενημέρωση αυτή καθιστούσε απολύτως σαφές ότι το ισχύον χρονοδιάγραμμα δεν είναι πλέον βιώσιμο και ότι η παράδοση του έργου θα καθυστερήσει περαιτέρω για εντελώς απροσδιόριστο χρονικό διάστημα.
Η παραδοχή αυτή καταδεικνύει το τεράστιο μέγεθος των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η διοίκηση του έργου στην προσπάθειά της να συντονίσει τα κατασκευαστικά και ψηφιακά στάδια.
Θεσμικές αντιδράσεις και έρευνες σε εξέλιξη
Μπροστά σε αυτή τη νέα, σοβαρή κρίση αξιοπιστίας, η επίσημη στάση της διοίκησης παραμένει εξαιρετικά επιφυλακτική.
Εκπρόσωπος του κρατικού σιδηροδρομικού ομίλου, απαντώντας σε σχετικά ερωτήματα του γερμανικού τύπου, απέφυγε επιμελώς να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τις διαρροές περί μετάθεσης του έργου για το 2030.
Η ίδια χαρακτήρισε τα συγκεκριμένα σενάρια ως απλές εικασίες, τονίζοντας ότι η εταιρεία δεν προτίθεται να τοποθετηθεί δημόσια επί αυτών των φημών.
Αντίθετα, διευκρινίστηκε κατηγορηματικά ότι τα αρμόδια τεχνικά τμήματα του οργανισμού επεξεργάζονται με εντατικούς ρυθμούς αυτή την περίοδο ένα εντελώς νέο, ρεαλιστικό σχέδιο έναρξης λειτουργίας.
Τα αναλυτικά τεχνικά στοιχεία και οι τελικές ημερομηνίες αυτού του αναθεωρημένου πλάνου αναμένεται να παρουσιαστούν επίσημα προς την κοινή γνώμη και τους φορείς έως τα μέσα του 2026, προσφέροντας μια πιο καθαρή εικόνα.
Παράλληλα, η ανώτατη διοίκηση επιχειρεί να ελέγξει τις εσωτερικές διαδικασίες που οδήγησαν σε αυτή την αρνητική εξέλιξη.
Η επικεφαλής του οργανισμού, Evelyn Palla, γνωστοποίησε την άμεση έναρξη εσωτερικών ελέγχων, με ξεκάθαρο στόχο να εντοπιστούν οι ακριβείς διοικητικές αιτίες πίσω από τις νέες, εκτεταμένες καθυστερήσεις στο συνολικό έργο.
Στο μικροσκόπιο αυτών των ενδελεχών ερευνών αναμένεται να τεθεί τόσο η διαχείριση του έργου από τα στελέχη της γερμανικής εταιρείας, όσο και η πορεία των συμβατικών υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η ιαπωνική Hitachi, προκειμένου να αποδοθούν οι αντίστοιχες ευθύνες για το ψηφιακό τέλμα.