Βέλγιο – Σε κατάσταση ύψιστης ετοιμότητας τίθενται οι διωκτικές και στρατιωτικές αρχές της χώρας, εφαρμόζοντας ένα έκτακτο και αυστηρό σχέδιο προστασίας για τους χώρους που συνδέονται άμεσα με την εβραϊκή κοινότητα.
Με κοινή απόφαση των συναρμόδιων υπουργείων, ο τακτικός στρατός, σε στενή και διαρκή συνεργασία με τις δυνάμεις της ομοσπονδιακής αστυνομίας, αναλαμβάνει από τούδε και στο εξής τη φύλαξη και επιτήρηση ευαίσθητων στόχων.
Η συγκεκριμένη δραστική κίνηση ανακοινώθηκε επισήμως από τον υπουργό Εσωτερικών Bernard Quintin και τον υπουργό Άμυνας Theo Francken, οι οποίοι έδωσαν σαφείς εντολές για την άμεση ανάπτυξη των ενόπλων τμημάτων στα αστικά κέντρα.
Οι μεικτές αυτές περιπολίες έρχονται ως άμεση απάντηση σε ένα μπαράζ βίαιων επιθέσεων που καταγράφηκε το τελευταίο διάστημα, τόσο εντός των βελγικών συνόρων όσο και σε γειτονικά ευρωπαϊκά κράτη, αναδεικνύοντας την επιτακτική ανάγκη για προληπτική θωράκιση των υποδομών απέναντι σε πιθανές νέες τρομοκρατικές ενέργειες ή πράξεις στοχευμένου βανδαλισμού.
Το ντόμινο των επιθέσεων και η ανησυχία στην Ευρώπη
Η αφορμή για την άμεση ενεργοποίηση του στρατιωτικού μηχανισμού δόθηκε έπειτα από ένα εξαιρετικά ανησυχητικό περιστατικό που σημειώθηκε στην πόλη της Λιέγης.
Το πρωί της 9ης Μαρτίου, η τοπική κοινωνία συγκλονίστηκε από μια ισχυρή έκρηξη που σημειώθηκε σε πολύ κοντινή απόσταση από την κεντρική συναγωγή της περιοχής, σημαίνοντας άμεσα τον συναγερμό στις αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες.
Η συγκεκριμένη επίθεση, ωστόσο, δεν αποτέλεσε ένα μεμονωμένο τοπικό γεγονός, καθώς ακολούθησε ένα ντόμινο αντίστοιχων περιστατικών σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, επιβεβαιώνοντας τους φόβους για ένα ευρύτερο, οργανωμένο σχέδιο πρόκλησης πανικού.
Λίγα μόλις εικοσιτετράωρα αργότερα, η γειτονική Ολλανδία βρέθηκε στο επίκεντρο ταραχών, με τις αρχές στο Ρότερνταμ και το Άμστερνταμ να καλούνται να διαχειριστούν σοβαρά περιστατικά.
Ειδικότερα, άγνωστοι προχώρησαν σε σκόπιμο εμπρησμό μιας συναγωγής, ενώ μια ακόμη ισχυρή έκρηξη συγκλόνισε τις εγκαταστάσεις ενός εβραϊκού εκπαιδευτικού ιδρύματος.
Το κλίμα γενικευμένης ανασφάλειας είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται από τις 8 Μαρτίου, όταν μια αντίστοιχη βομβιστική ενέργεια είχε καταγραφεί εκτός συνόρων της κεντρικής Ευρώπης, πλήττοντας την πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών στη Νορβηγία.
Η ραγδαία διαδοχή αυτών των γεγονότων ανάγκασε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αναθεωρήσουν άμεσα τα πρωτόκολλα ασφαλείας τους.
Ο επιχειρησιακός συντονισμός και οι κυβερνητικές εντολές
Στο καθαρά επιχειρησιακό σκέλος, η ανάπτυξη των στρατιωτικών δυνάμεων επικεντρώνεται στρατηγικά γύρω από τις λειτουργούσες συναγωγές και τα εβραϊκά σχολεία ολόκληρης της χώρας.
Η παρουσία των ένστολων αποσκοπεί στη δημιουργία μιας ισχυρής αποτρεπτικής ζώνης, διασφαλίζοντας την ομαλή προσέλευση και αποχώρηση μαθητών και πιστών σε καθημερινή βάση.
Παρότι ο στρατός παρέχει την απαραίτητη ενίσχυση σε ανθρώπινο δυναμικό και εξοπλισμό, η ανώτατη διοίκηση και ο συντονισμός των επιχειρήσεων παραμένουν υπό τον αυστηρό έλεγχο της ομοσπονδιακής αστυνομίας, η οποία διατηρεί την τελική ευθύνη για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης.
Περιγράφοντας το σκεπτικό πίσω από αυτή τη δραστική απόφαση, ο αρμόδιος υπουργός Bernard Quintin επεσήμανε το φαινόμενο της ραγδαίας εξάπλωσης του αντισημιτισμού, τονίζοντας ότι τα πρόσφατα γεγονότα στη Λιέγη αποδεικνύουν πως ο κίνδυνος για την εβραϊκή κοινότητα δεν είναι πλέον θεωρητικός, αλλά απολύτως πραγματικός.
Ξεκαθάρισε μάλιστα ότι η κρατική μηχανή έχει ως ύψιστο καθήκον την προστασία όλων των πολιτών, ανεξάρτητα από πολιτικές σκοπιμότητες ή προσωπικές πεποιθήσεις.
Από την πλευρά του, ο υπουργός Άμυνας Theo Francken συμπλήρωσε τη θέση της κυβέρνησης, υπενθυμίζοντας ότι οι ένοπλες δυνάμεις βρίσκονται σε διαρκή ετοιμότητα για να συνδράμουν το έθνος όποτε η δημόσια ασφάλεια απειλείται, ενισχύοντας έτσι καθοριστικά το δύσκολο έργο των αστυνομικών αρχών απέναντι στις σύγχρονες απειλές.