Σε μια κρίσιμη καμπή φαίνεται να εισέρχεται το συνταξιοδοτικό σύστημα της Γερμανίας, καθώς πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν δραστική αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης πέραν των ισχυόντων ρυθμίσεων.
Στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου βρίσκεται η πρόταση για καθιέρωση του 70ού έτους ως ορίου για την πλήρη συνταξιοδότηση, μια εξέλιξη που υπαγορεύεται από τις πιεστικές δημογραφικές αλλαγές και την αύξηση του προσδόκιμου ζωής.
Τον τόνο της συζήτησης έδωσε ο Jens Spahn, κορυφαίο στέλεχος της CDU/CSU, ο οποίος συνέδεσε ευθέως τη μακροζωία με την ανάγκη παράτασης του εργασιακού βίου.
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται ο γερμανικός Τύπος και συγκεκριμένα η εφημερίδα Bild, η αρμόδια Επιτροπή Συντάξεων (Rentenkommission) φέρεται να εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να εισηγηθεί την αύξηση του ορίου ηλικίας στα 70 έτη.
Οι διεργασίες αναμένεται να ενταθούν άμεσα, καθώς σε προγραμματισμένη συνεδρίαση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων στις 23 Φεβρουαρίου, θα τεθεί επί τάπητος ο οδικός χάρτης για την εφαρμογή μιας τέτοιας μεταρρύθμισης.
Η ατζέντα της συζήτησης είναι βαριά, καθώς περιλαμβάνει όχι μόνο την αύξηση των ορίων, αλλά και τον επανακαθορισμό των «πέναλτι» για την πρόωρη συνταξιοδότηση, καθώς και τη θεσπισμοθέτηση κινήτρων για την παραμονή στην εργασία.
Η επιχειρηματολογία του Jens Spahn βασίζεται σε μια απλή αλλά αμείλικτη δημογραφική εξίσωση.
Σε δηλώσεις του στην εφημερίδα Berliner Morgenpost, ο αναπληρωτής επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ένωσης υπογράμμισε ότι «όταν κάποιος φτάνει τα 100 έτη, δεν είναι βιώσιμο να σταματά την εργασία του στα μέσα της δεκαετίας των 60».
Ο ίδιος επισήμανε ότι, στατιστικά, κάθε δεύτερο κορίτσι που γεννιέται σήμερα έχει μεγάλες πιθανότητες να ζήσει έναν αιώνα, γεγονός που καθιστά μονόδρομο την προσαρμογή του ασφαλιστικού συστήματος στα νέα δεδομένα μακροζωίας.
Η νέα πραγματικότητα του προσδόκιμου ζωής
Τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας επιβεβαιώνουν την αυξητική τάση της μακροζωίας, η οποία πιέζει τα ασφαλιστικά ταμεία.
Για το έτος 2024, το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση διαμορφώθηκε στα 83,5 έτη για τις γυναίκες και στα 78,9 έτη για τους άνδρες.
Παρόλο που ο στόχος του μέσου προσδόκιμου των 100 ετών απέχει ακόμα χρονικά, η ετήσια αύξηση κατά 0,1 έτη και για τα δύο φύλα είναι σταθερή. Αυτή η εξέλιξη έχει ως άμεση συνέπεια τη διεύρυνση της περιόδου κατά την οποία οι πολίτες λαμβάνουν συντάξεις.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2024, η μέση διάρκεια λήψης σύνταξης υπολογίζεται στα 20,5 χρόνια, καταγράφοντας σημαντική αύξηση σε σχέση με δύο δεκαετίες πριν.
Το 2004, η αντίστοιχη περίοδος ήταν κατά τέσσερα χρόνια μικρότερη, φτάνοντας μόλις τα 16,9 έτη. Αυτή η επιμήκυνση της περιόδου πληρωμών δημιουργεί τεράστιες οικονομικές απαιτήσεις από το κράτος πρόνοιας, καθιστώντας την αναθεώρηση των ορίων ηλικίας κεντρικό ζήτημα πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει αναθέσει σε ειδική 13μελή επιτροπή τη διερεύνηση λύσεων για τη βιωσιμότητα του συστήματος.
Το σώμα αυτό, το οποίο απαρτίζεται από οκτώ ακαδημαϊκούς και πολιτικούς εκπροσώπους του CDU/CSU και του SPD, εργάζεται πυρετωδώς για τη διαμόρφωση συγκεκριμένων προτάσεων.
Αν και η αύξηση στα 70 έτη δεν έχει ακόμη «κλειδώσει» οριστικά ως τελική απόφαση, θεωρείται ένα από τα βασικά σενάρια που εξετάζονται.
Τα τελικά πορίσματα της επιτροπής αναμένεται να δημοσιευθούν στα μέσα του έτους, πιθανότατα τον Ιούνιο του 2026, δίνοντας το έναυσμα για τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης.
Η εικόνα της αγοράς εργασίας και η γήρανση του δυναμικού
Το ισχύον καθεστώς στη Γερμανία προβλέπει τη σταδιακή αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης στα 67 έτη, μια διαδικασία που έχει προγραμματιστεί να ολοκληρωθεί έως το 2029.
Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι η πραγματική ηλικία αποχώρησης διαφέρει από τη θεσμοθετημένη.
Σύμφωνα με τη Γερμανική Ασφαλιστική Εταιρεία Συντάξεων, το 2024 η μέση ηλικία συνταξιοδότησης γήρατος ανήλθε στα 64,7 έτη, σημειώνοντας άνοδο από τα 63 έτη που ίσχυαν για τις γυναίκες και τα 63,1 για τους άνδρες το 2004.
Η τάση παραμονής στην εργασία ενισχύεται, με το ποσοστό των απασχολούμενων στην ηλικία των 68 ετών να αγγίζει σχεδόν το 16% το 2024, έναντι 11% δέκα χρόνια νωρίτερα.
Παρ’ όλα αυτά, όπως δείχνουν τα ευρήματα της μικροαπογραφής, ένας σημαντικός αριθμός εργαζομένων εξακολουθεί να επιλέγει την πρόωρη έξοδο.
Οι λόγοι ποικίλλουν και περιλαμβάνουν από θέματα υγείας και επιθυμία για περισσότερο ελεύθερο χρόνο, μέχρι ευνοϊκές ρυθμίσεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας και προγράμματα εθελουσίας εξόδου από εταιρείες.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Γερμανία κατέχει την πρωτιά όσον αφορά τη γήρανση του εργατικού της δυναμικού.
Τα στοιχεία της Eurostat είναι αποκαλυπτικά: από τα 40,9 εκατομμύρια εργαζόμενους ηλικίας 15 έως 64 ετών, τα 9,8 εκατομμύρια ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 55-64 ετών.
Αυτό το ποσοστό, που αγγίζει το 24%, είναι αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος κυμαίνεται στο 20,1%.
Η εξάρτηση των ηλικιωμένων από την κρατική σύνταξη παραμένει συντριπτική, καθώς αποτελεί κατά μέσο όρο το 92% του εισοδήματός τους, με την ιδιωτική περιουσία να συμβάλλει μόλις κατά 5%, γεγονός που εξηγεί την πίεση του Jens Spahn για ενίσχυση και της ιδιωτικής ασφάλισης.