Ουάσιγκτον – Η χθεσινή συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο Οβάλ Γραφείο ανάμεσα στον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς και τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής Ντόναλντ Τραμπ εξελίχθηκε σε μια ιδιαίτερα σύνθετη δοκιμασία διπλωματικής αντοχής, σύμφωνα με αναλύσεις που δημοσιεύονται στον διεθνή τύπο.
Η ισχυρότερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσήλθε στις συνομιλίες έχοντας εκπονήσει μια απολύτως στοχευμένη στρατηγική διαχείρισης, η οποία βασίστηκε στην αποφυγή οποιουδήποτε δημόσιου αντίλογου με την αμερικανική ηγεσία.
Ο επικεφαλής της γερμανικής κυβέρνησης, καθήμενος δίπλα στον Αμερικανό ομόλογό του, επέλεξε συνειδητά να διατηρήσει απόλυτη σιγή μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, τη στιγμή ακριβώς που ο Ντόναλντ Τραμπ προχωρούσε σε ανοιχτές και ευθείες λεκτικές επιθέσεις εναντίον σημαντικών Ευρωπαίων συμμάχων.
Η εικόνα αυτή προκάλεσε άμεση αμηχανία σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ωστόσο η στάση του Βερολίνου φανερώνει έναν βαθύτερο υπολογισμό που αποσκοπεί στη διατήρηση ισορροπιών πίσω από τις κλειστές πόρτες.
Ο Φρίντριχ Μερτς δεν απάντησε δημόσια ούτε όταν τέθηκε ζήτημα εμπορικού εμπάργκο κατά ευρωπαϊκού κράτους, ούτε όταν αμφισβητήθηκε η ιστορική αξία άλλων ηγετών της ηπείρου, αναδεικνύοντας τη βούλησή του να επενδύσει αποκλειστικά στην κατ’ ιδίαν διπλωματία και στην αποτροπή μιας ανοιχτής ρήξης που θα μπορούσε να διαταράξει τις ήδη ευαίσθητες διατλαντικές ισορροπίες σε κρίσιμα γεωπολιτικά μέτωπα.
Η συγκεκριμένη στάση καταδεικνύει την προσπάθεια της Γερμανίας να διαφυλάξει έναν λειτουργικό δίαυλο επικοινωνίας με τον Λευκό Οίκο, αναγνωρίζοντας πως οποιαδήποτε δημόσια σύγκρουση πιθανότατα θα ακύρωνε κάθε περιθώριο ουσιαστικής διαπραγμάτευσης στα φλέγοντα ζητήματα της παγκόσμιας σκακιέρας.
Οι επιθέσεις σε Ισπανία και Ηνωμένο Βασίλειο
Όπως μεταδίδουν ενημερωτικά δίκτυα του εξωτερικού, η ένταση στο Οβάλ Γραφείο κορυφώθηκε όταν ο Ντόναλντ Τραμπ στοχοποίησε άμεσα τον Σοσιαλιστή πρωθυπουργό της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών διατύπωσε ρητές απειλές για την πλήρη διακοπή κάθε εμπορικής σχέσης με τη Μαδρίτη, προειδοποιώντας με την επιβολή ενός σαρωτικού εμπορικού εμπάργκο.
Η αφορμή για αυτή την πρωτοφανή διπλωματική επίθεση δόθηκε από την άρνηση της ισπανικής κυβέρνησης να στηρίξει έμπρακτα τις πρόσφατες αμερικανικές επιχειρήσεις που εκδηλώθηκαν στο έδαφος του Ιράν.
Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος στηλίτευσε τη μη συμμόρφωση της ιβηρικής χώρας με τον αναθεωρημένο στόχο που έχει θέσει ο Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου για την αύξηση των εθνικών αμυντικών δαπανών στο επίπεδο του 5% επί του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος.
Απέναντι σε αυτό το μπαράζ αιχμών, ο Φρίντριχ Μερτς περιορίστηκε αποκλειστικά στη δήλωση πως η Ισπανία οφείλει πράγματι να αυξήσει τον αμυντικό της προϋπολογισμό, επιλέγοντας σκόπιμα να μην κάνει κανένα απολύτως σχόλιο για τις απειλές περί εμπορικού εμπάργκο.
Η ρητορική αντιπαράθεση, ωστόσο, δεν περιορίστηκε εκεί, καθώς στο στόχαστρο βρέθηκε άμεσα και ο κεντροαριστερός πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου.
Με σημείο τριβής τις ανοιχτές διαφωνίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Λονδίνου για την αμερικανο-βρετανική βάση Ντιέγκο Γκαρσία στα νησιά Τσάγκος εντός του Ινδικού Ωκεανού, ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγόρησε τον Κιρ Στάρμερ για κατάφωρη έλλειψη συνεργασίας, σχολιάζοντας μάλιστα σκωπτικά πως η τρέχουσα ηγεσία δεν θυμίζει σε τίποτα τον Ουίνστον Τσόρτσιλ.
Ο Γερμανός καγκελάριος διατήρησε την παθητική του στάση δημόσια, αλλά φρόντισε αργότερα να διευκρινίσει πως υπερασπίστηκε τον Βρετανό ομόλογό του κατά την κατ’ ιδίαν συζήτηση, εξάροντας τη συνεισφορά του στο πλαίσιο του σχήματος E3 για τη διαχείριση της ουκρανικής κρίσης.
Ο εμπορικός πόλεμος και οι ισορροπίες στο ουκρανικό μέτωπο
Πίσω από τη στρατηγική σιωπή του Βερολίνου κρύβεται ένας ξεκάθαρος υπολογισμός που συνδέεται άρρηκτα με τη διασφάλιση των γερμανικών συμφερόντων.
Οι κεντρικοί άξονες της εξωτερικής πολιτικής που εφαρμόζει η Γερμανία επικεντρώνονται στην αδιάλειπτη στήριξη του Κιέβου απέναντι στις ρωσικές δυνάμεις, καθώς και στην πάση θυσία αποφυγή ενός παρατεταμένου και επιζήμιου εμπορικού πολέμου ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Φρίντριχ Μερτς μετέβη στην Ουάσιγκτον με απώτερο σκοπό να πείσει τον συνομιλητή του να κλιμακώσει τις πιέσεις προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν, ώστε να αποτραπούν ενδεχόμενες οδυνηρές εδαφικές παραχωρήσεις εις βάρος της ουκρανικής πλευράς.
Για τον λόγο αυτό, όπως αποκάλυψε ο ίδιος μετά το πέρας της συνάντησης, προχώρησε στην παρουσίαση ενός αναλυτικού χάρτη που απεικόνιζε την τρέχουσα κατάσταση στις γραμμές του μετώπου, διαπιστώνοντας πως ο Αμερικανός πρόεδρος έδειξε να αντιλαμβάνεται πληρέστερα το διακύβευμα της σύγκρουσης.
Αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα των διμερών οικονομικών σχέσεων, η γερμανική πλευρά επιχείρησε να θέσει αυστηρές κόκκινες γραμμές.
Ο καγκελάριος διαμήνυσε με σαφήνεια πως η ισχύουσα εμπορική συμφωνία που συνήφθη το περασμένο καλοκαίρι μεταξύ των Βρυξελλών και της αμερικανικής κυβέρνησης δεν επιδέχεται καμία απολύτως επαναδιαπραγμάτευση.
Υπογράμμισε δε χαρακτηριστικά πως τα ευρωπαϊκά όρια έχουν πλέον εξαντληθεί, καθιστώντας σαφές ότι η γηραιά ήπειρος δεν προτίθεται να αποδεχθεί την επιβολή νέων δασμών χωρίς να προχωρήσει σε αντίμετρα.
Παρά τις προειδοποιήσεις αυτές, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν επέδειξε καμία δημόσια διάθεση αποκλιμάκωσης της έντασης, προειδοποιώντας απεναντίας για τη λήψη πρόσθετων μέτρων και εκφράζοντας παράλληλα τη βαθιά του δυσαρέσκεια για τις τεράστιες ποσότητες στρατιωτικών πυρομαχικών που έχει ήδη αποστείλει η χώρα του στην Ουκρανία.
Η κοινή γραμμή για το Ιράν και το πολιτικό ρίσκο
Ένα από τα πεδία στα οποία καταγράφηκε απόλυτη ταύτιση απόψεων αφορούσε τη διαχείριση της κρίσης στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα τη στάση απέναντι στην Τεχεράνη.
Ο Γερμανός ηγέτης είχε ήδη φροντίσει να προετοιμάσει το έδαφος πριν από την άφιξή του στην αμερικανική πρωτεύουσα, δηλώνοντας ανοιχτά την πλήρη υποστήριξή του στους στρατηγικούς στόχους των Ηνωμένων Πολιτειών.
Αυτό συνέβη παρά τις έκδηλες ανησυχίες που υπάρχουν σχετικά με τον κίνδυνο η ευρύτερη περιοχή να μετατραπεί σε ένα νέο αδιέξοδο που θα θυμίζει τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράκ.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο Οβάλ Γραφείο, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε πως οι υποδομές έχουν υποστεί σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή από τα πρόσφατα αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα, ο καγκελάριος έσπευσε να επιβεβαιώσει πως τα δύο κράτη βρίσκονται απολύτως στην ίδια σελίδα.
Η τοποθέτηση αυτή δημιουργεί ένα σαφές ρήγμα στο εσωτερικό της Ευρώπης, καθώς έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την προσέγγιση του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος έχει συνταχθεί περισσότερο με τη γραμμή της Ισπανίας, εγείροντας σοβαρές αμφιβολίες για τη νομιμότητα των εν λόγω στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Η συνολική επιλογή της αποφάσεως για αποφυγή οποιασδήποτε δημόσιας ρήξης αποσκοπεί πρωτίστως στη διατήρηση ισχυρών διαύλων επιρροής στα κέντρα λήψης αποφάσεων.
Εντούτοις, η εικόνα της ανοχής προκαλεί ήδη σφοδρές αντιδράσεις στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας, καθώς θεωρείται πως υπονομεύει το κύρος μιας χώρας που φιλοδοξεί να ηγηθεί της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας.
Ο ίδιος ο καγκελάριος υπεραμύνθηκε της τακτικής του, εξηγώντας πως δεν επιθυμούσε να επιτρέψει την εξέλιξη μιας ανοιχτής σύγκρουσης μπροστά στις κάμερες, γεγονός που θα έκλεινε οριστικά τα παράθυρα συνεννόησης.
Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της τακτικής αναμένεται να κριθεί αποκλειστικά από τις επικείμενες αποφάσεις και τις επόμενες κινήσεις της αμερικανικής προεδρίας γύρω από τα κρίσιμα μέτωπα του εμπορίου και της ασφάλειας.