Γερμανία – Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση εκφράζει την έντονη δυσαρέσκειά της απέναντι στις πρόσφατες επιλογές της αμερικανικής ηγεσίας σχετικά με την ενεργειακή πολιτική έναντι της ρωσικής πλευράς.
Ο ομοσπονδιακός καγκελάριος Friedrich Merz, κατά τη διάρκεια επίσημης επίσκεψής του στην περιοχή Andøya της Νορβηγίας, πήρε σαφή θέση απέναντι στην απόφαση της Ουάσιγκτον να χαλαρώσει προσωρινά τους περιορισμούς που έχουν επιβληθεί στο ρωσικό πετρέλαιο.
Το Βερολίνο κρίνει τη συγκεκριμένη κίνηση ως λανθασμένη, τονίζοντας ότι η Μόσχα δεν παρουσιάζει την παραμικρή διάθεση για διπλωματικές διαπραγματεύσεις, γεγονός που καθιστά επιτακτική τη διατήρηση των αυστηρών πιέσεων.
Η αμερικανική απόφαση και η αντίδραση των ευρωπαϊκών κρατών
Η διαφωνία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης φάνηκε καθαρά και σε πρόσφατη τηλεδιάσκεψη των ηγετών της ομάδας της G7, όπου συμμετείχε και ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, με τα υπόλοιπα έξι μέλη να διαχωρίζουν τη θέση τους από την αμερικανική προσέγγιση.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών προχώρησε πρόσφατα στην έκδοση ειδικής άδειας, η οποία επιτρέπει μέχρι τις έντεκα Απριλίου την αγορά ρωσικού αργού πετρελαίου και παραγώγων του, εφόσον αυτά είχαν φορτωθεί σε πλοία πριν από τις δώδεκα Μαρτίου.
Η συγκεκριμένη κίνηση υπαγορεύτηκε σε μεγάλο βαθμό από τη δυσαρέσκεια των Αμερικανών καταναλωτών, οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με ραγδαία αύξηση των τιμών των καυσίμων, μια κατάσταση που πυροδοτήθηκε από τις πολεμικές συγκρούσεις στο Ιράν. Ωστόσο, η γερμανική πλευρά απορρίπτει αυτό το σκεπτικό.
Ο Friedrich Merz διευκρίνισε ότι το τρέχον ζήτημα στις παγκόσμιες αγορές αφορά αποκλειστικά τις τιμές και όχι την επάρκεια των ποσοτήτων, αναζητώντας τα πραγματικά κίνητρα πίσω από τις αποφάσεις.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Νορβηγός πρωθυπουργός Jonas Gahr Støre, ο οποίος επιβεβαίωσε την κοινή γραμμή για τη διατήρηση αυστηρών μέτρων όσο διαρκεί ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Οι εσωτερικές πιέσεις και η ικανοποίηση της Μόσχας
Στη συζήτηση παρενέβη και η ομοσπονδιακή υπουργός Οικονομίας Katherina Reiche, η οποία εξέφρασε την έντονη ανησυχία της για τον κίνδυνο περαιτέρω ενίσχυσης των ρωσικών ταμείων.
Η ίδια απέδωσε την αλλαγή στάσης των Ηνωμένων Πολιτειών στην ασφυκτική πίεση που ασκείται στο εσωτερικό της χώρας, η οποία αναγκάζει την πολιτική ηγεσία να αναζητήσει άμεσες λύσεις για την ανακούφιση των πολιτών της μπροστά στο αυξημένο κόστος ζωής.
Την ίδια στιγμή, οι εξελίξεις αυτές έγιναν δεκτές με ικανοποίηση από τη ρωσική πλευρά.
Ο απεσταλμένος του Κρεμλίνου, Kirill Dmitrijew, υποστήριξε μέσα από την πλατφόρμα Telegram ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν πλέον ανοιχτά την αδυναμία σταθεροποίησης της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς χωρίς την παρουσία του ρωσικού πετρελαίου.
Μάλιστα, ανέφερε ότι αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε καθεστώς διαμετακόμισης περίπου εκατό εκατομμύρια βαρέλια, επισημαίνοντας την κρισιμότητα των ρωσικών εξαγωγών στην παρούσα διεθνή συγκυρία.