Βερολίνο – Ισχυρούς κλυδωνισμούς δέχεται ο ξενοδοχειακός κλάδος στην κεντρική Ευρώπη, καθώς ένας από τους σημαντικότερους διαχειριστές ξενοδοχειακών μονάδων προχώρησε σε επίσημη αίτηση αφερεγγυότητας. Η είδηση αφορά τη Revo Hospitality Group, η οποία κατέθεσε το σχετικό αίτημα στο αρμόδιο δικαστήριο του Βερολίνου-Σαρλότενμπουργκ, επιλέγοντας τη διαδικασία της «διαχείρισης υπό ίδια ευθύνη» (Insolvenz in Eigenverwaltung). Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα περίπου 125 ξενοδοχειακές μονάδες που βρίσκονται στη Γερμανία και την Αυστρία.
Παρά τη σοβαρότητα της νομικής διαδικασίας, η εταιρεία έσπευσε να διαβεβαιώσει ότι η λειτουργία των ξενοδοχείων θα συνεχιστεί κανονικά, χωρίς διακοπές στην εξυπηρέτηση των πελατών. Το σημαντικότερο στοιχείο της ανακοίνωσης αφορά το ανθρώπινο δυναμικό, καθώς οι θέσεις εργασίας των περίπου 5.500 υπαλλήλων παραμένουν, προς το παρόν, διασφαλισμένες. Η διαδικασία της αυτοδιαχείρισης επιλέγεται συνήθως από εταιρείες που έχουν βιώσιμο επιχειρηματικό μοντέλο αλλά αντιμετωπίζουν πρόβλημα ρευστότητας, επιτρέποντας στη διοίκηση να παραμείνει στο τιμόνι υπό την επίβλεψη διαχειριστή.
Η Revo Hospitality Group δεν είναι ευρέως γνωστή στο ευρύ κοινό ως εμπορικό σήμα, ωστόσο αποτελεί έναν «γίγαντα» πίσω από τις σκηνές, καθώς διαχειρίζεται ξενοδοχεία που φέρουν βαριά ονόματα όπως Accor, Wyndham, Marriott και Hilton. Το γεγονός ότι ένας τόσο μεγάλος παίκτης βρέθηκε σε οικονομικό αδιέξοδο καταδεικνύει την παρατεταμένη αστάθεια που επικρατεί στον κλάδο της φιλοξενίας.
Το «κοκτέιλ» της κρίσης και τα λάθη στρατηγικής
Η οικονομική κατάρρευση του ομίλου αποδίδεται σε έναν συνδυασμό εξωτερικών πιέσεων και εσωτερικών αστοχιών. Ο κλάδος της φιλοξενίας δοκιμάζεται σκληρά από την εκτόξευση του λειτουργικού κόστους, με τις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων να έχουν αυξηθεί δραματικά, συμπαρασύροντας και τα ενοίκια των ακινήτων. Παράλληλα, η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού μετά την πανδημία και η μείωση των επαγγελματικών ταξιδιών έχουν δημιουργήσει ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τις επιχειρήσεις του χώρου.
Πέραν των γενικότερων προβλημάτων της αγοράς, η ίδια η εταιρεία αναγνώρισε ως αιτίες της πτώχευσης την υπερβολικά γρήγορη επέκταση που επιχείρησε τα τελευταία χρόνια, καθώς και τη δημιουργία διπλών δομών που αύξησαν το κόστος και προκάλεσαν προβλήματα ενσωμάτωσης. Η διοίκηση εμφανίζεται αισιόδοξη, θέτοντας ως στόχο την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης μέχρι το καλοκαίρι, με βασική προτεραιότητα τη διατήρηση όλων των θέσεων εργασίας.
