Μόσχα – Η ραγδαία πτώση των γεννήσεων στη ρωσική επικράτεια οδηγεί την κυβέρνηση του Βλαντιμίρ Πούτιν στην υιοθέτηση όλο και πιο επιθετικών πολιτικών για την ενίσχυση της τεκνοποίησης, μεταβάλλοντας δραστικά τη διαχείριση των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων.
Στο επίκεντρο αυτού του σχεδιασμού βρίσκεται μια νέα, αμφιλεγόμενη οδηγία του ρωσικού υπουργείου Υγείας, η οποία προβλέπει την παραπομπή των γυναικών που δεν επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά σε ειδικούς ψυχολόγους.
Ο κεντρικός στόχος αυτής της παρέμβασης, όπως επισημαίνεται στα επίσημα έγγραφα που εγκρίθηκαν στα τέλη Φεβρουαρίου και είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας, είναι η διαμόρφωση μιας θετικής στάσης απέναντι στη μητρότητα από την πλευρά των πολιτών.
Οι ιατρικές οδηγίες ορίζουν ότι οι επαγγελματίες υγείας οφείλουν να καλούν τις γυναίκες ηλικίας δεκαοκτώ έως σαράντα εννέα ετών σε ετήσιες ιατρικές συνεδρίες, προκειμένου να αξιολογείται συστηματικά η αναπαραγωγική τους υγεία.
Όσες δηλώνουν μέσα από σχετικά ιατρικά ερωτηματολόγια την απροθυμία τους για τεκνοποίηση, θα ενθαρρύνονται να ακολουθήσουν συμβουλευτική ψυχολογική υποστήριξη για να αλλάξουν γνώμη.
Αντίθετα, η προσέγγιση διαφοροποιείται αισθητά για τον ανδρικό πληθυσμό της ίδιας ηλικιακής ομάδας. Οι άνδρες που συμπληρώνουν τα αντίστοιχα ερωτηματολόγια αξιολογούνται αποκλειστικά για τη σωματική τους κατάσταση, χωρίς να δέχονται ανάλογες ερωτήσεις για την απόκτηση απογόνων και χωρίς να παραπέμπονται σε συνεδρίες ψυχολογικής καθοδήγησης.
Η συγκεκριμένη κατεύθυνση αποτελεί βασικό πυλώνα μιας ευρύτερης κρατικής στρατηγικής που επιχειρεί να ανακόψει τη σοβαρή δημογραφική συρρίκνωση της χώρας.
Η ιστορική κατάρρευση των γεννήσεων και ο φόβος της εξαφάνισης
Η μείωση του πληθυσμού αποτελεί ένα σταθερό πεδίο ανησυχίας για τον Ρώσο πρόεδρο εδώ και είκοσι πέντε χρόνια, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την εξουσία.
Το Κρεμλίνο αντιμετωπίζει τη διαρκή συρρίκνωση του ρωσικού πληθυσμού ως ένα εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα εθνικής επιβίωσης.
Είναι χαρακτηριστικό ότι μέσα στο προηγούμενο έτος, ο Βλαντιμίρ Πούτιν προειδοποίησε ανοιχτά πως το έθνος θα βρεθεί αντιμέτωπο με τον κίνδυνο της εξαφάνισης, εάν δεν επιτευχθεί άμεσα η κατακόρυφη αύξηση του ποσοστού των νέων γεννήσεων στα μεγάλα αστικά κέντρα και την περιφέρεια.
Τα στατιστικά δεδομένα αποτυπώνουν μια εξαιρετικά δυσοίωνη πραγματικότητα για τα δημογραφικά μεγέθη της περιοχής. Κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους, καταγράφηκαν μόλις 1,2 εκατομμύρια γεννήσεις, αριθμός που αποτελεί το απόλυτο αρνητικό ρεκόρ από το μακρινό 1999.
Παράλληλα, το ποσοστό γεννήσεων έχει κατρακυλήσει στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων διακοσίων ετών, αγγίζοντας περίπου τα 1,4 παιδιά ανά γυναίκα.
Το νούμερο αυτό βρίσκεται πολύ κάτω από το κρίσιμο όριο του 2,1, το οποίο οι ειδικοί δημογράφοι θεωρούν απολύτως απαραίτητο για την επίτευξη της πληθυσμιακής σταθεροποίησης.
Η ανισορροπία επιδεινώνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι οι θάνατοι στη χώρα ξεπερνούν σταθερά τις γεννήσεις, με τη σχετική αναλογία να διαμορφώνεται περίπου στο 1,6 προς 1.
Ο αντίκτυπος του πολέμου και οι μελλοντικές στρατιωτικές ανησυχίες
Η ήδη επιβαρυμένη δημογραφική εικόνα έχει δεχθεί τεράστιο πλήγμα από την έναρξη της στρατιωτικής επίθεσης κατά της Ουκρανίας τον Φεβρουάριο του 2022.
Η αποστολή εκατοντάδων χιλιάδων νέων Ρώσων στα μέτωπα των συγκρούσεων έχει οδηγήσει σε βαρύτατες ανθρώπινες απώλειες, οι οποίες αφαιρούν από την κοινωνία ένα κρίσιμο τμήμα του παραγωγικού και αναπαραγωγικού ιστού.
Επιπρόσθετα, η κλιμάκωση της έντασης προκάλεσε τη μαζική φυγή πολιτών προς το εξωτερικό, με τον κύριο όγκο αυτών των μεταναστευτικών ροών να απαρτίζεται παραδοσιακά από άνδρες που βρίσκονται σε παραγωγική και στρατεύσιμη ηλικία.
Οι μακροπρόθεσμες προβολές των ειδικών για τη σύνθεση του πληθυσμού διαγράφουν ένα ιδιαίτερα προβληματικό μέλλον για τη δομή του κράτους.
Υπολογίζεται ότι μέχρι τη δεκαετία του 2040, ο συνολικός αριθμός των παιδιών και των εφήβων που θα διαβιούν στη χώρα ενδέχεται να καταγράψει πτώση που θα ξεπερνά το 25%.
Αυτή η δραματική μείωση στις νεότερες γενιές δεν αποτελεί απλώς ένα κοινωνικό φαινόμενο, αλλά αναμένεται να επηρεάσει άμεσα και αποφασιστικά τη μελλοντική στρατιωτική επάρκεια της Μόσχας, δημιουργώντας σοβαρά εμπόδια στη στελέχωση των ενόπλων δυνάμεων τις επόμενες δεκαετίες.
Οικονομικά κίνητρα, απαγορεύσεις και η στοχοποίηση του τρόπου ζωής
Απέναντι σε αυτό το φαινόμενο, η κυβέρνηση έχει θέσει σε εφαρμογή ένα ευρύ φάσμα μέτρων που συνδυάζουν την οικονομική επιβράβευση με την αυστηρή κρατική καταστολή.
Οι πολύτεκνες οικογένειες απολαμβάνουν συνεχή προβολή από τα μέσα ενημέρωσης και ενισχύονται μέσω ενός εκτενούς δικτύου κοινωνικών και οικονομικών παροχών.
Στο πλαίσιο αυτό, θεσπίστηκαν οικονομικά κίνητρα ακόμα και για έγκυες μαθήτριες, ενώ οργανώνονται ενημερωτικές καμπάνιες για την ενίσχυση των ρομαντικών σχέσεων μεταξύ των νέων.
Ταυτόχρονα, αποφασίστηκε η επαναφορά του ιστορικού σοβιετικού τίτλου της Μητέρας Ηρωίδας, ο οποίος απονέμεται σε όσες γυναίκες φέρνουν στον κόσμο δέκα ή περισσότερα παιδιά, προσφέροντας παράλληλα σημαντική χρηματική ανταμοιβή.
Στον αντίποδα, το νομικό πλαίσιο έχει γίνει ασφυκτικό για όσους αποκλίνουν από το κυβερνητικό αφήγημα. Τον τελευταίο καιρό έχουν επιβληθεί αυστηροί περιορισμοί στην πρόσβαση στις αμβλώσεις σε πολλές διοικητικές περιφέρειες.
Επιπλέον, η προώθηση της επιλογής ζωής χωρίς παιδιά αντιμετωπίζεται πλέον επίσημα ως παραβατική συμπεριφορά, με το κράτος να ψηφίζει νομοθεσία που απαγορεύει τη σχετική προπαγάνδα και να επιβάλλει τσουχτερά πρόστιμα που αγγίζουν τα 400.000 ρούβλια.
Η συσσώρευση αυτών των πολιτικών προκαλεί τη σφοδρή αντίδραση πολλών οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες καταγγέλλουν την ωμή κρατική παρέμβαση στις πιο προσωπικές αποφάσεις και τη σαφή υπονόμευση της γυναικείας αυτονομίας.