Βαυαρία – Σε οικονομικό αδιέξοδο βρίσκονται χιλιάδες καταναλωτές μετά την επίσημη κατάρρευση της εταιρείας ενοικίασης οχημάτων 123-Transporter.
Το δικαστικό σκέλος της υπόθεσης αποκαλύπτει ένα τεράστιο δίκτυο οφειλών που εκτείνεται σε δύο χώρες, αφήνοντας τους ανυποψίαστους πελάτες χωρίς ελπίδα ανάκτησης των καταβληθέντων ποσών. Οι δικαστικές και εισαγγελικές αρχές προσπαθούν πλέον να ξετυλίξουν το κουβάρι των παράτυπων οικονομικών πρακτικών που οδήγησαν στο σημερινό χάος.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Δικαστική έρευνα για απάτη και οικονομικά αδικήματα κατά της διοίκησης.
- Απώλεια καταθέσεων που ξεπερνούν τα 10 εκατομμύρια ευρώ συνολικά σε Γερμανία και Αυστρία.
- Αδυναμία ρευστοποίησης του στόλου των 300 οχημάτων λόγω εξωτερικών ιδιοκτητών.
Η εταιρεία λειτουργούσε με άκρως επιθετικές εμπορικές πρακτικές, προσελκύοντας καταναλωτές μέσω φαινομενικά προσιτών προσφορών ενοικίασης. Η πραγματικότητα, ωστόσο, διέφερε δραματικά. Οι ενοικιαστές έρχονταν γρήγορα αντιμέτωποι με κρυφές χρεώσεις και υπέρογκα πρόστιμα σε περιπτώσεις ελάχιστης υπέρβασης του ορίου ταχύτητας. Παράλληλα, γινόταν μυστική παρακολούθηση των δρομολογίων τους μέσω συστημάτων GPS. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε όταν το τοπικό δικαστήριο στο Deggendorf διέταξε την έναρξη της προσωρινής διαδικασίας αφερεγγυότητας για την 123 Shared Mobility Germany GmbH στις 8 Οκτωβρίου 2025. Ως προσωρινός σύνδικος πτώχευσης ορίστηκε ο Dr. Hubert Ampferl, ενώ η επιχείρηση έχει πλέον διαλυθεί επίσημα.
Ο μηχανισμός απώλειας των χρηματικών εγγυήσεων
Κατά τη διαδικασία ενοικίασης ενός βαν, η επιχείρηση απαιτούσε υποχρεωτικά την προκαταβολική καταβολή εγγύησης από κάθε οδηγό. Μετά την πλήρη κατάρρευση, περισσότεροι από 2.000 πιστωτές έχουν ήδη δηλώσει τις απαιτήσεις τους στις αρμόδιες νομικές αρχές. Σύμφωνα με νομικούς κύκλους που επικαλείται ο γερμανικός τύπος, τα δεσμευμένα ποσά των απλών καταναλωτών κυμαίνονται σταθερά μεταξύ 500 και 1.000 ευρώ ανά περίπτωση. Υπάρχουν ταυτόχρονα και απαιτήσεις από εμπορικούς εταίρους που ανέρχονται σε πολύ υψηλότερα νούμερα.
Η πρώτη επίσημη συνέλευση των πιστωτών ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου πραγματοποιήθηκε στις 6 Μαρτίου 2026. Οι ελπίδες για άμεση επιστροφή των χρημάτων κρίνονται πλέον μηδαμινές. Τα κεφάλαια των εγγυήσεων δεν κατατίθονταν ποτέ σε ξεχωριστούς προστατευμένους λογαριασμούς ασφαλείας, αλλά ενσωματώνονταν απευθείας στα γενικά περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης. Στη Γερμανία, οι διεκδικούμενες απαιτήσεις ξεπερνούν τα 3 εκατομμύρια ευρώ. Το οικονομικό σκάνδαλο λαμβάνει διεθνείς διαστάσεις, καθώς στην Αυστρία καταγράφηκαν επιπλέον 1.500 ζημιωθέντες, με τις συνολικές οφειλές να αγγίζουν τα 7,1 εκατομμύρια ευρώ.
Εισαγγελικές έρευνες και ιδιοκτησιακό καθεστώς οχημάτων
Η εξέλιξη της υπόθεσης έχει περάσει πλέον στη σφαίρα του αυστηρού ποινικού δικαίου. Η αρμόδια εισαγγελία στο Landshut διεξάγει εντατικές ανακρίσεις κατά του πρώην διαχειριστή της επιχείρησης. Οι κατηγορίες αφορούν σοβαρές ενδείξεις συστηματικής απάτης και σωρεία αδικημάτων που σχετίζονται με τον νόμο περί δόλιων πτωχεύσεων. Οι νομικές διαδικασίες βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, χωρίς να διαφαίνεται σύντομη ολοκλήρωση. Αντίστοιχες ποινικές έρευνες έχουν ξεκινήσει και οι εισαγγελικές αρχές στην Αυστρία κατά των εκεί περιφερειακών υπευθύνων.
Ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο στην ικανοποίηση των οικονομικών αξιώσεων των πιστωτών αποτελεί το περίπλοκο ιδιοκτησιακό καθεστώς του στόλου. Τα περίπου 300 επαγγελματικά οχήματα που χρησιμοποιούσε καθημερινά η εταιρεία, δεν αποτελούν δικό της περιουσιακό στοιχείο. Τα φορτηγάκια ανήκουν νομικά σε ανεξάρτητους εξωτερικούς συνεργάτες. Η απόλυτη αδυναμία ρευστοποίησης αυτού του στόλου μηδενίζει πρακτικά τη διαθέσιμη μάζα πτώχευσης, αφήνοντας τους εξαπατημένους καταναλωτές χωρίς καμία ουσιαστική κάλυψη.