Δραματική επιδείνωση παρουσιάζει το επιχειρηματικό τοπίο στη Γερμανία, με τα επίσημα στοιχεία να αποκαλύπτουν μια άνευ προηγουμένου κρίση που γυρίζει τη χώρα δύο δεκαετίες πίσω. Το 2025 καταγράφηκε ως η χρονιά με τον υψηλότερο αριθμό πτωχεύσεων των τελευταίων 20 ετών, με το φαινόμενο να εντείνεται ανησυχητικά προς το τέλος του έτους, συμπαρασύροντας χιλιάδες θέσεις εργασίας.
48 «λουκέτα» την ημέρα
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών Leibniz του Halle (IWH), ο αριθμός των εταιρικών πτωχεύσεων έφτασε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Συνολικά, 17.604 εταιρείες κήρυξαν πτώχευση μέσα σε ένα μόλις έτος.
Η στατιστική ανάλυση προκαλεί ίλιγγο: Κατά μέσο όρο, κάθε μέρα στη Γερμανία, 48 προσωπικές και κεφαλαιουχικές εταιρείες οδηγούνταν σε οικονομική κατάρρευση. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της κρίσης, το Ινστιτούτο επισημαίνει πως ακόμη και κατά τη διάρκεια της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2009, ο αριθμός των πτωχεύσεων ήταν κατά 5% χαμηλότερος. Το ρεκόρ του 2025 πλησιάζει τα επίπεδα του 2005, όταν είχαν καταγραφεί 19.502 πτωχεύσεις.
Ιδιαίτερα εφιαλτικός αποδείχθηκε ο Δεκέμβριος, όπου κατατέθηκαν 1.519 αιτήσεις πτώχευσης στα πρωτοδικεία. Πρόκειται για μια αύξηση της τάξης του 75% σε σύγκριση με τον μέσο όρο των Δεκεμβρίων της περιόδου 2016-2019, δηλαδή πριν από την πανδημία.
«Η οικονομία έχει πυρετό»
Οι ειδικοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, τονίζοντας πως η κατάσταση δεν αποτελεί μια απλή συγκυριακή διακύμανση. Ο Jonas Eckhardt, οικονομικός αναλυτής της συμβουλευτικής εταιρείας Falkensteg, περιγράφει την κατάσταση με ιατρικούς όρους: «Η γερμανική οικονομία δεν παλεύει πλέον απλώς με πονοκεφάλους. Έχει ανεβάσει πυρετό. Και αυτό δεν θα αλλάξει σύντομα».
Κατά τον καθηγητή Dr. Steffen Müller, επικεφαλής της έρευνας πτωχεύσεων στο IWH, το πλήγμα είναι οριζόντιο: «Η αύξηση ήταν ευρεία, κανείς δεν γλίτωσε».
Ωστόσο, τρεις κλάδοι δέχθηκαν τις ισχυρότερες πιέσεις:
- Ο ξενοδοχειακός κλάδος και η εστίαση.
- Ο κατασκευαστικός τομέας.
- Η διαχείριση ακινήτων (Real Estate).
Βασική αιτία για την κατάρρευση σε αυτούς τους τομείς θεωρείται η αύξηση των επιτοκίων που ξεκίνησε στα τέλη του 2022, ανατρέποντας τον οικονομικό σχεδιασμό πολλών επιχειρήσεων.
Βιομηχανίες και φούρνοι στην «εντατική»
Η λίστα των εταιρειών που λύγισαν υπό το βάρος των χρεών είναι μακρά και περιλαμβάνει ιστορικά ονόματα και μεγάλους εργοδότες.
Αρτοβιομηχανία: Η αλυσίδα αρτοποιείων Leifert από το Gifhorn (Κάτω Σαξονία) κήρυξε πτώχευση, επηρεάζοντας 220 εργαζόμενους. Παρόμοια τύχη είχε και η αλυσίδα Hansen Mürwik στο Wees (Schleswig-Holstein), με 145 εργαζόμενους να βρίσκονται στον αέρα.
Βιομηχανία Τροφίμων: Στο Bautzen της Σαξονίας, όλοι οι υπάλληλοι μιας εταιρείας αλλαντικών απολύθηκαν.
Αυτοκινητοβιομηχανία: Ο προμηθευτής της αυτοκινητοβιομηχανίας «ae group» στο Gerstungen (Θουριγγία) επηρεάζεται με 600 εργαζόμενους, ενώ στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία πτώχευσε άλλος προμηθευτής με 500 άτομα προσωπικό.
Ιστορικές απώλειες: Στο Schleswig-Holstein, ένα εργοστάσιο χαρτοποιίας σταματά την παραγωγή μετά από 120 χρόνια λειτουργίας, οδηγώντας σε απόλυση 200 άτομα, βυθίζοντας την περιοχή σε πένθος. Στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, ένας γερμανικός κολοσσός – παγκόσμιος ηγέτης στη μηχανολογία – κλείνει οριστικά, με απώλεια 270 θέσεων εργασίας.
Δυσοίωνες προβλέψεις για το 2026
Τα στοιχεία της Falkensteg δείχνουν μια ανησυχητική τάση και στις μεγάλες επιχειρήσεις. Το 2025, 471 εταιρείες με ετήσιο τζίρο άνω των 10 εκατομμυρίων ευρώ κήρυξαν πτώχευση – αριθμός αυξημένος κατά 25% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Από το 2021, οι μεγάλες πτωχεύσεις έχουν σχεδόν τριπλασιαστεί.
Οι αναλυτές δεν βλέπουν φως στο τούνελ για το άμεσο μέλλον. Οι υψηλές τιμές ενέργειας, το κόστος πρώτων υλών και προσωπικού, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό από φθηνά προϊόντα της Άπω Ανατολής, δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον.
Όπως επισημαίνει ο Jonas Eckhardt: «Για πολλές μεσαίες επιχειρήσεις, αυτό δεν είναι πλέον μια οικονομική κάμψη, αλλά ζήτημα επιβίωσης». Οι ειδικοί δεν αναμένουν αντιστροφή της τάσης για το 2026, ενώ προβλέπουν περαιτέρω αύξηση των πτωχεύσεων στις μεγάλες επιχειρήσεις.
