Γερμανία – Σε αχαρτογράφητα νερά εισέρχεται η παραδοσιακή βιομηχανία ζύθου στη χώρα, καθώς τα επίσημα στοιχεία πιστοποιούν μία άνευ προηγουμένου συρρίκνωση της αγοράς. Η κατανάλωση μπύρας από τους πολίτες καταγράφει ιστορικό χαμηλό, με τον κλάδο να δέχεται ισχυρές πιέσεις που απειλούν τη βιωσιμότητα πολλών ιστορικών μονάδων παραγωγής. Σύμφωνα με τα δεδομένα που δημοσιοποίησε η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία, οι πωλήσεις κατά το περασμένο έτος υποχώρησαν στα χαμηλότερα επίπεδα από την έναρξη της καταγραφής της συγκεκριμένης χρονοσειράς το 1993.
Ο συνολικός όγκος πωλήσεων περιορίστηκε στα 7,8 δισεκατομμύρια λίτρα, σημειώνοντας πτώση της τάξεως του 6% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς μια συγκυριακή κάμψη, αλλά επιβεβαιώνει τη βαθιά διαρθρωτική αλλαγή στις συνήθειες των καταναλωτών. Στελέχη της αγοράς κάνουν λόγο για μια κρίσιμη καμπή, προειδοποιώντας για κύμα πτωχεύσεων και αναγκαστικών εξαγορών που αναμένεται να ενταθεί το προσεχές διάστημα, καθώς οι μικρότερες και μεσαίες επιχειρήσεις αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στα νέα οικονομικά δεδομένα.
Κρίση ρευστότητας και κύμα λουκέτων στον κλάδο
Η κατάσταση περιγράφεται με μελανά χρώματα από τους επικεφαλής μεγάλων ζυθοποιιών, οι οποίοι βλέπουν τον χάρτη της γερμανικής αγοράς να αλλάζει βίαια. Ο επικεφαλής της εταιρείας Veltins, Volker Kuhl, έκανε λόγο για μια «τομή» στον κλάδο, η οποία θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε εγκατάλειψη της δραστηριότητας από πολλές ζυθοποιίες. Ήδη από το 2025, ο ρυθμός των λουκέτων και των εξαγορών επιταχύνθηκε, δημιουργώντας ένα κλίμα ανασφάλειας στην αγορά.
Το βασικό πρόβλημα που εντοπίζεται είναι η έλλειψη ρευστότητας. Πολλές επιχειρήσεις δεν διαθέτουν πλέον τα απαραίτητα κεφάλαια για να προχωρήσουν σε κρίσιμες επενδύσεις, όπως η εγκατάσταση νέων συστημάτων εμφιάλωσης ή η αναβάθμιση των ενεργειακών τους υποδομών για μεγαλύτερη αποδοτικότητα. Η απώλεια όγκου πωλήσεων έχει στερήσει από τους παραγωγούς πολύτιμους πόρους, με τον Volker Kuhl να σχολιάζει χαρακτηριστικά πως ο αντίκτυπος αυτής της μείωσης είναι «πιο πικρός από κάθε λυκίσκο», καθώς αφαιρεί το οξυγόνο της ρευστότητας από πολλές περιοχές της χώρας.
Παράλληλα, η πίεση εντείνεται από τη στάση των μεγάλων αλυσίδων λιανικής, οι οποίες διατηρούν τεράστια ισχύ στην αγορά, αλλά και από την αδυναμία του κλάδου της εστίασης να ανακάμψει πλήρως. Όπως επισημαίνει η Ένωση Γερμανών Ζυθοποιών (DBB), εστιατόρια και μπαρ δεν έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν τις συνέπειες της πανδημίας, ενώ η γενικευμένη αυτοσυγκράτηση των καταναλωτών λόγω της οικονομικής αβεβαιότητας επιδεινώνει την κατάσταση.
Δημογραφικές αλλαγές και νέα καταναλωτικά πρότυπα
Η πτωτική πορεία της κατανάλωσης δεν είναι φαινόμενο των τελευταίων ετών, αλλά μια τάση που παρατηρείται σταθερά από το 1994, όταν οι πωλήσεις άγγιζαν τα 11,5 δισεκατομμύρια λίτρα. Οι λόγοι πίσω από αυτή τη διαχρονική μείωση είναι βαθιά δομικοί και σχετίζονται άμεσα με τη γήρανση του πληθυσμού στη Γερμανία, αλλά και με τη στροφή προς έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής.
Ο Εντεταλμένος της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης για τα Ναρκωτικά και τις Εξαρτήσεις, Hendrik Streeck, επιβεβαίωσε αυτή την κοινωνική μεταστροφή, τονίζοντας ότι ειδικά στις νεότερες ηλικίες παρατηρείται μια πιο συνειδητή διαχείριση των θεμάτων υγείας. Για ένα αυξανόμενο τμήμα του πληθυσμού, το αλκοόλ παίζει πλέον δευτερεύοντα ή και ανύπαρκτο ρόλο στην καθημερινότητά του, γεγονός που αποτυπώνεται ξεκάθαρα στους δείκτες κατανάλωσης.
Οι μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις, όπως η Darmstädter Privatbrauerei, προσπαθούν να αντισταθούν στην πίεση εστιάζοντας στην τοπικότητα και την ποιότητα, ελπίζοντας ότι οι καταναλωτές θα είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν κάτι παραπάνω για προϊόντα της περιοχής τους. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός παραμένει σκληρός, με τις μεγάλες ζυθοποιίες να διαθέτουν κιβώτια μπύρας σε τιμές κάτω των 10 ευρώ, μια πρακτική που ο επικεφαλής της ζυθοποιίας του Ντάρμσταντ, Wolfgang Koehler, χαρακτηρίζει ως μη βιώσιμη.
Ελπίδα ανάκαμψης μέσω της μπύρας χωρίς αλκοόλ
Μέσα σε αυτό το δυσμενές περιβάλλον, μοναδική αχτίδα αισιοδοξίας αποτελεί η κατηγορία των προϊόντων χωρίς αλκοόλ. Οι συγκεκριμένοι κωδικοί, μαζί με τα ποτά βύνης, δεν περιλαμβάνονται στα στατιστικά στοιχεία κατανάλωσης μπύρας καθώς δεν υπόκεινται στον αντίστοιχο φόρο, ωστόσο η δυναμική τους είναι εντυπωσιακή. Η Γερμανία έχει εξελιχθεί στη μεγαλύτερη αγορά μπύρας χωρίς αλκοόλ στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με την Ένωση Γερμανών Ζυθοποιών, τα προϊόντα αυτά αντιπροσωπεύουν ήδη πάνω από το 10% του τζίρου στο λιανεμπόριο, ενώ εκτιμάται ότι εντός του τρέχοντος έτους θα φτάσουν το ίδιο ποσοστό και σε μερίδιο αγοράς. Πολλές ζυθοποιίες, αναγνωρίζοντας την τάση, έχουν διευρύνει το χαρτοφυλάκιό τους. Η Darmstädter Privatbrauerei, για παράδειγμα, διαθέτει πλέον τέσσερις διαφορετικές ετικέτες χωρίς αλκοόλ υπό το brand Bräustüb’l, ενώ σχεδιάζει την επέκταση και σε αναψυκτικά τύπου Cola-Mix.
Σημειώνεται ότι η συντριπτική πλειονότητα της παραγωγής, σε ποσοστό 82,5%, διατέθηκε στην εγχώρια αγορά, όπου η πτώση έφτασε το 5,8%. Το υπόλοιπο ποσοστό αφορά εξαγωγές και ποσότητες που δόθηκαν δωρεάν στους εργαζομένους των ζυθοποιιών, οι οποίες καταγράφονται μεν, αλλά δεν φορολογούνται. Για το 2026, οι εκτιμήσεις παραμένουν συγκρατημένες, με τον Holger Eichele της DBB να ζητά μια πιο αξιόπιστη ενεργειακή πολιτική για τη στήριξη των επιχειρήσεων του κλάδου.
