Συνεχίζεται η πτωτική πορεία στην κατανάλωση κρασιού στη Γερμανία, με τον κλάδο να καταγράφει νέα υποχώρηση στα μεγέθη του, καθώς οι πολίτες περιορίζουν τις αγορές τους υπό το βάρος της οικονομικής πίεσης και των δημογραφικών μεταβολών. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που δημοσιοποίησε το Γερμανικό Ινστιτούτο Οίνου (DWI), η αγορά συρρικνώθηκε περαιτέρω κατά τη διάρκεια του τελευταίου οικονομικού έτους, επιβεβαιώνοντας την κρίση που διέρχεται ο τομέας.
Συγκεκριμένα, κατά το διάστημα από τον Αύγουστο του 2024 έως και τα τέλη Ιουλίου του 2025, η κατά κεφαλήν κατανάλωση οίνου για άτομα άνω των 16 ετών διαμορφώθηκε στα 21,5 λίτρα. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί σε μείωση της τάξεως της μίας φιάλης ανά άτομο σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Η τάση αυτή φαίνεται να παγιώνεται, καθώς το οικονομικό έτος 2023/24 η κατανάλωση βρισκόταν στα 22,2 λίτρα, ενώ την περίοδο 2020/21 είχε φτάσει τα 24,3 λίτρα, αναδεικνύοντας μια σταθερή τροχιά μείωσης τα τελευταία χρόνια.
Τα δεδομένα προκύπτουν από τον ισολογισμό κατανάλωσης οίνου που καταρτίζει το DWI, ο οποίος συνυπολογίζει τόσο τις αγορές που πραγματοποιούνται στο λιανεμπόριο και απευθείας στους παραγωγούς, όσο και τις ποσότητες που καταναλώνονται εκτός σπιτιού, σε χώρους εστίασης.
Οι αιτίες της στροφής των καταναλωτών
Η διοίκηση του Ινστιτούτου αποδίδει την αρνητική αυτή εξέλιξη σε ένα συνδυασμό παραγόντων που αφορούν τόσο την οικονομία όσο και την κοινωνική δομή της χώρας. Η Melanie Broyé-Engelkes, διευθύνουσα σύμβουλος του DWI, επεσήμανε ότι η μείωση είναι άμεσο αποτέλεσμα της αλλαγής στην καταναλωτική συμπεριφορά, του αυξημένου κόστους διαβίωσης που πιέζει τα νοικοκυριά, αλλά και της δημογραφικής γήρανσης του πληθυσμού στη Γερμανία. Οι καταναλωτές εμφανίζονται πλέον πιο διστακτικοί στις επιλογές τους, ενώ η γενικότερη τάση για λιγότερη κατανάλωση αλκοόλ κερδίζει έδαφος.
Σε αντίθεση με το κρασί, η κατηγορία του αφρώδους οίνου και του Sekt (γερμανικός αφρώδης οίνος) επέδειξε μεγαλύτερες αντοχές. Η κατανάλωση παρέμεινε σχεδόν σταθερή στα επίπεδα του προηγούμενου έτους, καταγράφοντας οριακή μόνο μείωση κατά 0,1 λίτρο. Έτσι, ο μέσος όρος για τα άτομα άνω των 16 ετών διαμορφώθηκε στα 3,5 λίτρα ετησίως, δείχνοντας ότι η συγκεκριμένη κατηγορία διατηρεί σχετικώς τη δυναμική της εν μέσω της γενικότερης πτώσης.
