Γερμανία – Μια ριζοσπαστική νομοθετική πρωτοβουλία, η οποία στοχεύει στην πλήρη αναδιάρθρωση του εκλογικού χάρτη της χώρας, φέρνει στο προσκήνιο το κόμμα της Αριστεράς (Die Linke), προκαλώντας ήδη έντονες πολιτικές αναταράξεις στο Βερολίνο.
Η συγκεκριμένη κοινοβουλευτική πρόταση προβλέπει τη χορήγηση πλήρων δικαιωμάτων ψήφου σε όλους τους ξένους υπηκόους που συμπληρώνουν πενταετή συνεχή διαμονή στο γερμανικό έδαφος, ανεξάρτητα από την εθνικότητα ή τη χώρα προέλευσής τους. Με δεδομένο ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο αποκλείει τη συντριπτική πλειονότητα των αλλοδαπών κατοίκων από τις εθνικές και κρατιδιακές κάλπες, η κίνηση αυτή επιδιώκει να άρει αυτό που οι υποστηρικτές της αποκαλούν δομικό δημοκρατικό έλλειμμα.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Η πρόταση του Die Linke αφορά τη χορήγηση δικαιώματος ψήφου σε όλους τους αλλοδαπούς μετά από πενταετή διαμονή.
- Περίπου 14 εκατομμύρια ξένοι κάτοικοι ζουν στη χώρα, εκ των οποίων τα 5 εκατομμύρια είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
- Η συντηρητική συμμαχία CDU/CSU απέρριψε κατηγορηματικά την πρωτοβουλία, χαρακτηρίζοντάς την παράλογη.
Η τρέχουσα νομοθεσία επιτρέπει αποκλειστικά στους πολίτες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συμμετέχουν στις δημοτικές εκλογές, αφήνοντας τις εκλογικές διαδικασίες για τα κρατίδια και την ομοσπονδιακή κυβέρνηση προσβάσιμες μόνο σε όσους κατέχουν τη γερμανική υπηκοότητα. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας (Destatis), από τα 14 εκατομμύρια foreign residents που βρίσκονται εγκατεστημένοι στη χώρα, περίπου πέντε εκατομμύρια διαθέτούν ευρωπαϊκό διαβατήριο, γεγονός που αναδεικνύει το μέγεθος του πληθυσμού που παραμένει πολιτικά αποκλεισμένος. Η επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Αριστεράς, Clara Bünger, μιλώντας στο δίκτυο WELT, υπογράμμισε ότι εκατομμύρια άνθρωποι ζουν στη χώρα, φορολογούνται κανονικά και ανατρέφουν τα παιδιά τους, χωρίς ωστόσο να έχουν τη δυνατότητα να εκλέγουν τους εκπροσώπους τους.
Η πρόταση του κόμματος Die Linke για το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο
Βάσει της επίσημης εισήγησης που αναμένεται να κατατεθεί στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο (Bundestag) πριν από την έναρξη των θερινών διακοπών του σώματος, οι οποίες έχουν προγραμματιστεί για τις 10 Ιουλίου, ο μέσος χρόνος που μεσολαβεί μέχρι να αποκτήσει ένας μετανάστης δικαίωμα ψήφου αγγίζει αυτή τη στιγμή τα 15 έτη. Η καθυστέρηση αυτή, σύμφωνα με την εισηγήτρια της πρότασης, συντηρεί μια κατάσταση θεσμικής ανισότητας, καθώς οι νόμοι του γερμανικού κράτους εφαρμόζονται άμεσα επάνω σε μια πολυπληθή κοινωνική ομάδα η οποία στερείται κάθε δημοκρατικής αντιπροσώπευσης για τη διαμόρφωσή τους. Η Αριστερά υποστηρίζει ότι η επέκταση του εκλογικού δικαιώματος αποτελεί το μοναδικό βιώσιμο εργαλείο για την αποκατάσταση της αντιπροσωπευτικότητας της σύγχρονης γερμανικής κοινωνίας.
Η κοινοβουλευτική διαδικασία που θα ακολουθηθεί προβλέπει την κατάθεση της πρότασης (Antrag) στην ολομέλεια, ώστε να τεθεί σε ψηφοφορία από το σύνολο των βουλευτών. Σε περίπτωση που συγκεντρώσει την απαραίτητη στήριξη, το κείμενο μπορεί να παραπεμφθεί στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές για περαιτέρω επεξεργασία, αν και αυτό δεν θεωρείται υποχρεωτικό από τον κανονισμό. Με τη μέθοδο αυτή, το νομοθετικό σώμα έχει τη δυνατότητα να πιέσει την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να συντάξει ένα συγκεκριμένο προσχέδιο νόμου ή να υποβάλει αναλυτική έκθεση για το ζήτημα, επιταχύνοντας τις θεσμικές εξελίξεις.
Το οικονομικό και γραφειοκρατικό βάρος της πολιτογράφησης
Η διαδικασία της πολιτογράφησης παραμένει σήμερα η μοναδική θεσμική οδός για την απόκτηση εκλογικών δικαιωμάτων, ωστόσο η Clara Bünger επεσήμανε ότι η συγκεκριμένη πορεία συνοδεύεται από υψηλό οικονομικό κόστος και σύνθετα γραφειοκρατικά εμπόδια. Οι δαπάνες για την ολοκλήρωση της αίτησης ενδέχεται να κυμανθούν από 800 έως και 1.000 ευρώ, ανάλογα με τις προσωπικές και οικονομικές συνθήκες του εκάστοτε αιτούντος, γεγονός που καθιστά τη διαδικασία απρόσιτη για χαμηλόμισθους, μονογονεϊκές οικογένειες και άτομα που ασχολούνται με τη φροντίδα εξαρτώμενων μελών. Τα γραφειοκρατικά εμπόδια οδηγούν συχνά τους οικονομικά ασθενέστερους στο περιθώριο
δήλωσε χαρακτηριστικά η βουλευτής της περιφέρειας Dresden, προτείνοντας παράλληλα τη μείωση του κόστους ως ένα αναγκαίο βήμα για την ενίσχυση της δημοκρατικής εκπροσώπησης.
Από την πλευρά της, η παράταξη των Πρασίνων (Die Grünen) τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της πρότασης, με την επικεφαλής της κοινοβουλευτικής τους ομάδας, Filiz Polat, να δηλώνει στο WELT ότι το ζήτημα αφορά τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας. Η ίδια υποστήριξε ότι όποιος αποτελεί μόνιμο κομμάτι της κοινωνίας πρέπει να έχει και τη δυνατότητα συμμετοχής, προτείνοντας μάλιστα ως πρώτο βήμα την εφαρμογή του μέτρου σε δημοτικό επίπεδο, προτού εξεταστεί η επέκτασή του σε κρατιδιακό και ομοσπονδιακό επίπεδο. Η θέση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη ρητορική αποτροπής και αυστηροποίησης των συνόρων που κυριαρχεί στην τρέχουσα πολιτική ατζέντα.
Οι έντονες πολιτικές αντιδράσεις και τα συνταγματικά εμπόδια
Στον αντίποδα, η χριστιανοδημοκρατική συμμαχία CDU/CSU απέρριψε με κατηγορηματικό τρόπο την πρωτοβουλία της Αριστεράς, με τον υποδιευθυντή της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος, Günter Krings, να δηλώνει ότι η δημοκρατία σημαίνει κυριαρχία του λαού και όχι δικαίωμα ψήφου για οποιονδήποτε τυγχάνει να παρευρίσκεται στη χώρα. Η συντηρητική πτέρυγα θεωρεί ότι η σύνδεση του δικαιώματος ψήφου με την ιθαγένεια πρέπει να παραμείνει αδιάρρηκτη, απορρίπτοντας κάθε προσπάθεια αποσύνδεσης της πολιτικής συμμετοχής από την επίσημη εθνική ενσωμάτωση. Παράλληλα, η ακροδεξιά παράταξη AfD αναμένεται να καταψηφίσει σύσσωμη την πρόταση, ευθυγραμμιζόμενη με την αυστηρή γραμμή των χριστιανοδημοκρατών.
Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD), το οποίο αποτελεί τον έτερο κυβερνητικό εταίρο, δεν έχει ανοίξει ακόμα τα χαρτιά του, διατηρώντας στάση αναμονής. Σε κάθε περίπτωση, η υλοποίηση μιας τέτοιας μεταρρύθμισης απαιτεί την τροποποίηση του γερμανικού Συντάγματος, γεγονός που προϋποθέτει τη στήριξη των δύο τρίτων των μελών του Bundestag. Με βάση τους τρέχοντες συσχετισμούς δυνάμεων στο κοινοβούλιο, η συγκέντρωση μιας τέτοιας πλειοψηφίας φαντάζει εξαιρετικά δύσκολη, αφήνοντας την πρόταση στο επίπεδο της έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης ενόψει του καλοκαιριού.