Βερολίνο – Σε τροχιά μετωπικής σύγκρουσης με τα ισχύοντα δεδομένα του κοινωνικού κράτους κινείται η νεολαία της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU), καταθέτοντας μια σειρά από ρηξικέλευθες προτάσεις ενόψει του επικείμενου κομματικού συνεδρίου. Η Junge Union (JU), η οποία εκπροσωπεί περίπου το ένα δέκατο των συνέδρων που θα καθορίσουν τη στρατηγική του κόμματος για τα επόμενα χρόνια, βάζει στο τραπέζι ένα σχέδιο ριζικής αναδιάρθρωσης του συνταξιοδοτικού συστήματος, με βασικούς άξονες την αύξηση των ορίων ηλικίας και τη διαφοροποίηση των εισφορών ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση.
Στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας που προωθεί ο επικεφαλής της οργάνωσης, Johannes Winkel, βρίσκεται η ανάγκη για άμεση δημοσιονομική εξυγίανση των ταμείων. Η ηγεσία της νεολαίας υποστηρίζει πως χωρίς δραστικές παρεμβάσεις, η χρηματοδότηση των συντάξεων καθίσταται μη βιώσιμη, απειλώντας να εκτροχιάσει τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Σήμερα, το κράτος καλείται να καλύπτει τα ελλείμματα με επιδοτήσεις που αγγίζουν τα 120 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, γεγονός που σύμφωνα με την JU οδηγεί μαθηματικά στην κατάργηση του «φρένου χρέους».
«Πέναλτι» στους άτεκνους και ελαφρύνσεις για γονείς
Η πιο αμφιλεγόμενη πτυχή της πρότασης αφορά την άμεση σύνδεση των ασφαλιστικών εισφορών με τον αριθμό των τέκνων. Το σχέδιο προβλέπει ότι οι γονείς θα καταβάλλουν χαμηλότερες εισφορές στα συνταξιοδοτικά ταμεία σε σύγκριση με τους εργαζόμενους που δεν έχουν παιδιά, ακολουθώντας ένα μοντέλο παρόμοιο με αυτό που ισχύει ήδη στην ασφάλιση φροντίδας (Pflegeversicherung). Σύμφωνα με την πρόταση, οι άτεκνοι εργαζόμενοι θα επιβαρύνονται με εισφορά υψηλότερη κατά μία ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με τους εργαζόμενους που έχουν δύο ή περισσότερα παιδιά.
Για τους γονείς με ένα παιδί, η επιβάρυνση θα είναι κατά 0,5% υψηλότερη σε σχέση με τους πολυτέκνους. Ο πρακτικός αντίκτυπος αυτής της ρύθμισης μεταφράζεται σε άμεση αύξηση των καθαρών αποδοχών για τις οικογένειες με παιδιά. Ανάλογα με το ύψος του εισοδήματος, η διαφορά στο «καθαρό» ποσό που μπαίνει στην τσέπη μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει τα 60 ευρώ τον μήνα, δημιουργώντας ένα σαφές οικονομικό κίνητρο αλλά και μια νέα διαχωριστική γραμμή μεταξύ των εργαζομένων.
Αύξηση ορίων ηλικίας και το μοντέλο «3:1»
Παράλληλα, η Junge Union προτείνει την καθιέρωση ενός αυτόματου μηχανισμού προσαρμογής του ορίου συνταξιοδότησης, συνδέοντάς το άμεσα με το προσδόκιμο ζωής. Η φόρμουλα που προτείνεται είναι ο κανόνας «3:1»: για κάθε έτος που αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής (δώδεκα μήνες), η ηλικία συνταξιοδότησης θα μετατίθεται προς τα πίσω κατά τέσσερις μήνες. Εάν εφαρμοστεί αυτό το μέτρο, οι προβλέψεις δείχνουν ότι από το 2041 το κανονικό όριο συνταξιοδότησης θα μπορούσε να ανέλθει στα 68 έτη.
Τέλος στην πρόωρη συνταξιοδότηση και «φρένο» στις αυξήσεις
Το πακέτο των μεταρρυθμίσεων περιλαμβάνει επίσης την κατάργηση της δημοφιλούς αλλά δαπανηρής «σύνταξης στα 63» (Rente mit 63). Η νεολαία του κόμματος χαρακτηρίζει το μέτρο υπερβολικά κοστοβόρο, επικαλούμενη στοιχεία που ανεβάζουν το ετήσιο κόστος του στα 13 δισεκατομμύρια ευρώ. Επιπλέον, προωθείται η αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού των ετήσιων αυξήσεων στις συντάξεις. Αντί της σύνδεσης με την εξέλιξη των μισθών, προτείνεται η σύνδεση με τον πληθωρισμό (εξέλιξη τιμών), κάτι που θα οδηγούσε σε βραδύτερη αύξηση των απολαβών των συνταξιούχων.
Τέλος, η πρόταση προβλέπει την επαναφορά και τον διπλασιασμό του λεγόμενου «παράγοντα βιωσιμότητας» (Nachhaltigkeitsfaktor). Πρόκειται για έναν μηχανισμό που λειτουργεί ως φρένο στην άνοδο των συντάξεων όταν η αναλογία των συνταξιούχων προς τους εργαζόμενους αυξάνεται, διασφαλίζοντας έτσι τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα του συστήματος εις βάρος όμως του ύψους των παροχών.