Ένα κλίμα βαθιάς ανασφάλειας και γεωπολιτικής αβεβαιότητας σαρώνει τις δυτικές κοινωνίες, καθώς νέα ευρήματα αποκαλύπτουν ότι οι πολίτες των ισχυρότερων κρατών του ΝΑΤΟ θεωρούν πλέον εξαιρετικά πιθανό το ξέσπασμα μιας παγκόσμιας σύγκρουσης εντός της επόμενης πενταετίας.
Η ανησυχία αυτή, ωστόσο, συνοδεύεται από μια ηχηρή αντίφαση: ενώ οι ψηφοφόροι αναγνωρίζουν τον κίνδυνο, εμφανίζονται απρόθυμοι να επωμιστούν το οικονομικό κόστος για την θωράκιση της εθνικής τους άμυνας.
Τα στοιχεία προέρχονται από εκτεταμένη έρευνα που διενήργησε η εταιρεία Public First για λογαριασμό του Politico, η οποία διεξήχθη μεταξύ 6 και 9 Φεβρουαρίου 2026.
Το δείγμα των 2.000 ατόμων ανά χώρα σε Ηνωμένο Βασίλειο, ΗΠΑ, Καναδά, Γαλλία και Γερμανία, χαρτογραφεί μια δραματική μεταστροφή της κοινής γνώμης συγκριτικά με το προηγούμενο έτος, σκιαγραφώντας έναν κόσμο που οι πολίτες αντιλαμβάνονται ως ολοένα και πιο επικίνδυνο.
Η κλιμάκωση του φόβου και τα σενάρια σύγκρουσης
Η αίσθηση ότι ο πλανήτης οδεύει προς μια γενικευμένη σύρραξη έχει ενταθεί σημαντικά. Η σύγκριση με τα αντίστοιχα δεδομένα του Μαρτίου 2025 καταδεικνύει μια σαφή τάση επιδείνωσης της ψυχολογίας των πολιτών.
Σύμφωνα με τον Σεμπ Ράιντ, επικεφαλής δημοσκοπήσεων της Public First, η αλλαγή αυτή μέσα σε λιγότερο από ένα έτος αντανακλά τη μετάβαση σε έναν κόσμο όπου οι συμμαχίες κρίνονται ασταθείς και ο πόλεμος δεν αποτελεί πλέον σενάριο επιστημονικής φαντασίας αλλά ρεαλιστική πιθανότητα.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το ποσοστό των πολιτών που θεωρούν «πιθανό» ή «πολύ πιθανό» το ξέσπασμα ενός νέου παγκοσμίου πολέμου έως το 2031 εκτοξεύτηκε στο 43%, από 30% που ήταν μόλις πριν έναν χρόνο.
Παρόμοια εικόνα επικρατεί και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, με το 46% των Αμερικανών να συμμερίζεται την ίδια ανησυχία, σημειώνοντας αύξηση από το 38% του 2025. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η Γερμανία αποτελεί τη μοναδική εξαίρεση μεταξύ των πέντε χωρών, καθώς η πλειοψηφία των πολιτών της εξακολουθεί να μην θεωρεί πιθανή μια παγκόσμια σύγκρουση στο άμεσο μέλλον.
Η έρευνα αναδεικνύει επίσης τον εφιάλτη της πυρηνικής απειλής. Τουλάχιστον ένας στους τρεις ερωτηθέντες σε ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία και Καναδά εκτιμά ότι η χρήση πυρηνικών όπλων σε πολεμική σύρραξη είναι πιθανό να συμβεί μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.
Παράλληλα, οι Αμερικανοί εμφανίζονται ως οι πιο σίγουροι ότι η χώρα τους θα εμπλακεί στρατιωτικά σε κάποιο μέτωπο, με τους Βρετανούς και τους Γάλλους να ακολουθούν.
Το στοιχείο αυτό ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι οι πυρηνικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ αντιλαμβάνονται πως βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της πιθανής σύγκρουσης.
Γεωπολιτικές απειλές και ο παράγοντας Τραμπ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντίληψη των πολιτών για την προέλευση των απειλών. Ενώ η Ρωσία παραμένει σταθερά η υπ’ αριθμόν ένα απειλή για την ασφάλεια στην Ευρώπη, λόγω και του συνεχιζόμενου πολέμου στην Ουκρανία, τα ευρήματα για τις Ηνωμένες Πολιτείες προκαλούν αίσθηση.
Στον Καναδά, η Αμερική υπό την προεδρία Τραμπ θεωρείται ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ασφάλεια, ξεπερνώντας κάθε άλλον γεωπολιτικό αντίπαλο.
Αντίστοιχη ανησυχία καταγράφεται και στην Ευρώπη. Στη Γαλλία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι ΗΠΑ κατατάσσονται ως η δεύτερη μεγαλύτερη απειλή για την ειρήνη, με τους πολίτες να τις αναφέρουν συχνότερα ακόμη και από την Κίνα.
Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι η ρητορική και οι κινήσεις της αμερικανικής ηγεσίας σε μέτωπα όπως το Ιράν, η Συρία και η Βενεζουέλα, δεν έχουν πείσει τους συμμάχους για τις ειρηνευτικές προθέσεις της Ουάσιγκτον.
Το οικονομικό παράδοξο της άμυνας
Το κρισιμότερο εύρημα της δημοσκόπησης, το οποίο αναμένεται να απασχολήσει τους ηγέτες στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, αφορά τη χρηματοδότηση της άμυνας.
Ενώ υπάρχει μια αρχική, θεωρητική υποστήριξη για την ενίσχυση των αμυντικών προϋπολογισμών σε Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία και Καναδά, η εικόνα ανατρέπεται πλήρως όταν τίθεται το ζήτημα του τρόπου πληρωμής.
Η προθυμία των πολιτών να στηρίξουν τις αμυντικές δαπάνες καταρρέει όταν συνειδητοποιούν ότι αυτό συνεπάγεται περικοπές σε άλλες κοινωνικές υπηρεσίες, αύξηση του δημόσιου δανεισμού ή επιβολή νέων φόρων.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά για τη μεταστροφή της κοινής γνώμης μέσα σε ένα έτος:
- Στη Γαλλία, η υποστήριξη για αύξηση των αμυντικών δαπανών έπεσε από το 40% το 2025 στο 28% φέτος.
- Στη Γερμανία, το ποσοστό υποχώρησε από το 37% στο μόλις 24%.
Ειδικά στη Γερμανία, η χρηματοδότηση της άμυνας κατατάσσεται στις λιγότερο δημοφιλείς επιλογές διάθεσης κρατικών πόρων, ξεπερνώντας οριακά μόνο την εξωτερική βοήθεια.
Το γεγονός αυτό δημιουργεί έναν «πονοκέφαλο» για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι οποίες καλούνται να θωρακίσουν τις χώρες τους σε ένα περιβάλλον δημοσιονομικής στενότητας, χωρίς να έχουν τη λαϊκή νομιμοποίηση για τις απαραίτητες θυσίες.
Σκεπτικισμός για τον Ευρωστρατό
Σε αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων, η ιδέα της δημιουργίας ενός κοινού ευρωπαϊκού στρατού, την οποία έχει προωθήσει η Κομισιόν, δεν φαίνεται να συγκινεί τους πολίτες των δύο μεγαλύτερων δυνάμεων της ΕΕ.
Η υποστήριξη για το εγχείρημα αυτό περιορίζεται στο 22% των Γερμανών και στο 17% των Γάλλων, αποδεικνύοντας τη δυσπιστία απέναντι σε υπερεθνικές στρατιωτικές δομές.
Αντιθέτως, μεγαλύτερη αποδοχή φαίνεται να έχει η επαναφορά ή η ενίσχυση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Περίπου το 50% των ερωτηθέντων σε Γαλλία και Γερμανία τάσσεται υπέρ αυτού του μέτρου, δείχνοντας μια προτίμηση σε εθνικές λύσεις ανθρωπίνου δυναμικού παρά σε πολύπλοκες οικονομικές ή θεσμικές ανακατατάξεις.