Ολλανδία – Η επιθυμία για δημιουργία οικογένειας υποχωρεί δραματικά στις νεότερες γενιές, καθώς ένα σύνθετο πλέγμα οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων αποτρέπει την απόκτηση απογόνων.
Σύμφωνα με νέα εκτενή δημοσκόπηση που διεξήχθη από μεγάλο ολλανδικό τηλεοπτικό δίκτυο, το ποσοστό των νέων ηλικίας 18 έως 35 ετών που είτε απορρίπτουν κατηγορηματικά το ενδεχόμενο να αποκτήσουν παιδιά, είτε παραμένουν αναποφάσιστοι, ξεπερνά πλέον το 53%. Η συγκεκριμένη τάση, η οποία αποτυπώθηκε τον Φεβρουάριο του 2026 σε δείγμα 19.000 συμμετεχόντων, καθρεφτίζει τη βαθύτερη ανασφάλεια που κυριαρχεί απέναντι στο μέλλον. Παράλληλα, θέτει σε κατάσταση συναγερμού τους κρατικούς μηχανισμούς, οι οποίοι καλούνται να διαχειριστούν τις επερχόμενες πιέσεις στο ασφαλιστικό και εργασιακό σύστημα.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Ο δείκτης γεννήσεων έχει υποχωρήσει στο 1,4 παιδιά ανά γυναίκα το 2024, έναντι 1,8 το 2010.
- Περισσότεροι από τους μισούς νέους ενήλικες (53%) δηλώνουν απρόθυμοι ή αναποφάσιστοι για τεκνοποίηση.
- Η αδυναμία εξεύρεσης κατοικίας αποτελεί βασικό ανασταλτικό παράγοντα για τη δημιουργία οικογένειας.
Οι αίθουσες των μαιευτηρίων επιβεβαιώνουν με τον πιο σαφή τρόπο τα ευρήματα της έρευνας, καταγράφοντας μια σταθερή πτωτική πορεία την τελευταία δεκαετία. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα, ο εθνικός δείκτης γονιμότητας κατέρρευσε από τον μέσο όρο των 1,8 τέκνων ανά γυναίκα που σημειωνόταν το 2010, φτάνοντας μόλις στο 1,4 κατά τη διάρκεια του 2024. Αυτή η δραματική συρρίκνωση τροφοδοτείται από ένα μείγμα πρακτικών δυσκολιών και ιδεολογικών ανησυχιών, με τους συμμετέχοντες στην έρευνα να υποδεικνύουν την έλλειψη εσωτερικής ώθησης για γονεϊκότητα ως πρωταρχικό παράγοντα. Παράλληλα, η απουσία ενός σταθερού συντρόφου και τα αυξανόμενα προβλήματα υγείας προσθέτουν επιπλέον εμπόδια στον οικογενειακό προγραμματισμό των νεότερων γενεών.
Εκτός από τις προσωπικές επιλογές, οι εξωτερικές συνθήκες διαδραματίζουν εξίσου καθοριστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων. Οι κλιματικές μεταβολές και η γενικότερη περιβαλλοντική αβεβαιότητα επηρεάζουν αρνητικά την ψυχολογία των υποψήφιων γονέων. Εντούτοις, το σημαντικότερο πρακτικό εμπόδιο που ανακόπτει τον ρυθμό των γεννήσεων εντοπίζεται στην έντονη κρίση προσφοράς ακινήτων. Η αδυναμία εξεύρεσης μιας κατάλληλης και οικονομικά προσιτής στέγης στερεί από τα νεαρά ζευγάρια τον απαραίτητο ζωτικό χώρο για να μεγαλώσουν τα μέλη μιας νέας οικογένειας.
Ποιοι παράγοντες μπλοκάρουν τις γεννήσεις: Η στεγαστική κρίση
Η απότομη δημογραφική συρρίκνωση προκαλεί έντονες συζητήσεις στους κόλπους των οικονομικών αναλυτών σχετικά με τη βιωσιμότητα των κρατικών δομών. Ο οικονομολόγος Jona van Loenen φέρεται να εκτιμά ότι, διατηρώντας αυτούς τους ρυθμούς υποχώρησης, ο συνολικός πληθυσμός της χώρας ενδέχεται να υποδιπλασιαστεί μέσα στα επόμενα 75 χρόνια. Μια τέτοια εξέλιξη θα κατακρήμνιζε την αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους, η οποία στο παρελθόν βρισκόταν στο επτά προς ένα, ρίχνοντάς την στο οριακό επίπεδο του δύο προς ένα. Αυτή η ανατροπή αναμένεται να ασκήσει ασφυκτική πίεση τόσο στον τομέα της δημόσιας υγείας όσο και στην ευρύτερη εθνική οικονομία.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν φωνές που προσεγγίζουν την κατάσταση με διαφορετικό πρίσμα. Ο αναλυτής Jan-Pieter Peijs θεωρεί την πληθυσμιακή μείωση ως θετική εξέλιξη, επισημαίνοντας ότι μια μικρότερη κοινωνία θα μπορούσε να ανακουφίσει τις πιέσεις στις εθνικές υποδομές, την αγορά ακινήτων και την επίτευξη των κλιματικών στόχων. Ωστόσο, η ταχύτητα με την οποία συντελείται αυτή η μετάβαση παραμένει το κρισιμότερο ζήτημα, καθώς η απότομη αλλαγή δεν αφήνει περιθώρια προσαρμογής στους θεσμούς. Ως απάντηση στη διαφαινόμενη έλλειψη εργατικών χεριών και την αύξηση των συνταξιοδοτικών δαπανών, η προσέλκυση εργαζομένων από το εξωτερικό προβάλλει ως η επικρατέστερη διέξοδος, παρά τις έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις που συνοδεύουν το συγκεκριμένο ζήτημα.