Γερμανία – Σε κρίσιμη καμπή βρίσκεται η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς οι ραγδαίες γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή απειλούν να ανακόψουν την πορεία αποκλιμάκωσης των τιμών. Παρότι τα επίσημα στοιχεία από το Ομοσπονδιακό Γραφείο Στατιστικής (Statistisches Bundesamt) με έδρα το Βισμπάντεν έδειξαν υποχώρηση του πληθωρισμού στο 1,9% για τον Φεβρουάριο, έναντι 2,1% τον Ιανουάριο, η ένοπλη σύγκρουση στο Ιράν δημιουργεί νέα, ασφυκτικά δεδομένα.
Η παρατεταμένη κρίση ενδέχεται να ανατρέψει την αρχική εκτίμηση των οικονομολόγων που τοποθετούσε τον ετήσιο δείκτη τιμών καταναλωτή οριακά πάνω από το όριο του δύο τοις εκατό. Ήδη, από τον Ιανουάριο στον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους, καταγράφηκε μια μικρή αύξηση της τάξης του 0,2%, η οποία σηματοδοτεί τη συνεχιζόμενη πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Αλυσιδωτές αντιδράσεις σε καύσιμα και ενεργειακό κόστος
Παρά το γεγονός ότι τον Φεβρουάριο το γενικό κόστος ενέργειας στη χώρα εμφανίστηκε μειωμένο κατά 1,9% σε ετήσια βάση, η εικόνα στα πρατήρια υγρών καυσίμων προμηνύει ραγδαίες ανατροπές. Οι διεθνείς αναταράξεις οδήγησαν στις αρχές της εβδομάδας την τιμή του αργού πετρελαίου τύπου Brent, ανά βαρέλι των 159 λίτρων, στο υψηλότερο επίπεδο από το καλοκαίρι του 2022, αγγίζοντας σχεδόν τα 120 δολάρια, προτού σημειώσει ελαφριά πτώση.
Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές στους καταναλωτές, οι οποίοι καλούνται να πληρώσουν πάνω από δύο ευρώ ανά λίτρο για τη βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης. Το ράλι των τιμών πλήττει άμεσα τον προϋπολογισμό των νοικοκυριών, συρρικνώνοντας δραστικά την αγοραστική τους δύναμη.
Αναφορικά με τη μελλοντική πορεία, εκπρόσωποι της Ένωσης Συμφερόντων Πρατηριούχων (Tankstellen-Interessensverband) αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο για περαιτέρω ακραίες ανατιμήσεις. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, θεωρείται εξαιρετικά πιθανό το σενάριο οι τιμές των υγρών καυσίμων να σκαρφαλώσουν στα δυόμισι ευρώ ή ακόμα και υψηλότερα στο προσεχές μέλλον, επιβαρύνοντας περαιτέρω τις μετακινήσεις και τις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Πιέσεις στα είδη πρώτης ανάγκης και τον τομέα των υπηρεσιών
Η αναταραχή στις διεθνείς αγορές ενέργειας αναμένεται να μετακυλιστεί άμεσα και στα ράφια των καταστημάτων τροφίμων, εξαιτίας του αυξημένου κόστους στα δίκτυα διανομής. Αν και τον Φεβρουάριο ο ρυθμός αύξησης των τιμών στα είδη διατροφής επιβραδύνθηκε αισθητά στο 1,1%, το ιστορικό υπόβαθρο παραμένει βεβαρημένο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε το Ομοσπονδιακό Ίδρυμα Γεωργίας και Διατροφής (Bundesanstalt für Landwirtschaft und Ernährung), η σωρευτική αύξηση των τιμών στα τρόφιμα την περίοδο 2021-2025 άγγιξε το 32%, αποτελώντας απόρροια της πανδημίας και του πολέμου στην Ουκρανία.
Παράλληλα, οι υπηρεσίες συνεχίζουν να αποτελούν τον βασικό πυρήνα του πληθωρισμού, διατηρώντας σταθερά μια υπερβάλλουσα αύξηση της τάξης του 3,2% τόσο τον Ιανουάριο όσο και τον Φεβρουάριο. Σε αυτό το διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, καταγράφεται επίσης μια αυξημένη τάση των πολιτών να χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής έναντι των μετρητών.
Σχετικά με την εξέλιξη της κατάστασης, αναλυτές και ερευνητές της αγοράς επισημαίνουν ότι ο καθοριστικός παράγοντας για την πορεία του κόστους διαβίωσης θα είναι η χρονική διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων. Αν η γεωπολιτική κρίση παραταθεί για μήνες, προειδοποιούν για ένα νέο κύμα αυξήσεων που θα πλήξει αδιακρίτως τόσο τα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεων όσο και τις τελικές λιανικές τιμές που αντιμετωπίζει ο καταναλωτής.