Γερμανία – Η συνεχιζόμενη πολεμική σύγκρουση στο Ιράν έχει πυροδοτήσει ένα πρωτοφανές ράλι στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, αναγκάζοντας τις πρώτες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να λάβουν δραστικά μέτρα προστασίας των καταναλωτών. Ενώ οι τιμές στα πρατήρια της γερμανικής επικράτειας παραμένουν σε ανοδική τροχιά, χώρες όπως η Κροατία και η Ουγγαρία έχουν ήδη προχωρήσει στην επιβολή ανώτατων τιμών (πλαφόν) στη βενζίνη και το ντίζελ.
Η εξέλιξη αυτή έχει ανοίξει έναν έντονο πολιτικό διάλογο στο Βερολίνο, με την αντιπολίτευση και τμήματα του κυβερνητικού συνασπισμού να πιέζουν για άμεση ρυθμιστική παρέμβαση στην αγορά. Ωστόσο, η ηγεσία της χώρας παραμένει επιφυλακτική, εστιάζοντας περισσότερο στον έλεγχο του ανταγωνισμού και λιγότερο στις οριζόντιες κρατικές επιδοτήσεις ή τους περιορισμούς των τιμών.
Το παράδειγμα της Κροατίας και της Ουγγαρίας στην τιμή της βενζίνης
Στην Κροατία, η κυβέρνηση έθεσε σε ισχύ από την περασμένη Τρίτη μια αυστηρή οροφή στις τιμές πώλησης, ορίζοντας το μέγιστο κόστος για το λίτρο του ντίζελ στα 1,55 ευρώ και για τη βενζίνη στα 1,50 ευρώ.
Παρόμοια τακτική ακολουθεί και η Ουγγαρία, όπου οι τιμές κλειδώθηκαν στα 595 φιορίνια (περίπου 1,51 ευρώ) για τη βενζίνη και στα 615 φιορίνια (1,60 ευρώ) για το ντίζελ. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι το ουγγρικό μοντέλο εφαρμόζει μια μορφή εθνικού προστατευτισμού, καθώς οι μειωμένες αυτές τιμές αφορούν αποκλειστικά οχήματα με ουγγρικές πινακίδες κυκλοφορίας, αφήνοντας τους ξένους οδηγούς εκτεθειμένους στις διακυμάνσεις της ελεύθερης αγοράς.
Αυτή η τάση για κρατική παρέμβαση φαίνεται να κερδίζει έδαφος και στην Αυστρία. Παρά το γεγονός ότι εκεί εφαρμόζεται ήδη ένας κανόνας που επιτρέπει στις εταιρείες εμπορίας καυσίμων να αυξάνουν τις τιμές τους μόνο μία φορά την ημέρα, οι πιέσεις από τους πολίτες εντείνονται. Μια νέα πρωτοβουλία πολιτών που ξεκίνησε πρόσφατα ζητά από τη Βιέννη να ακολουθήσει το παράδειγμα της Κροατίας, θεωρώντας ότι οι τρέχουσες ρυθμίσεις δεν επαρκούν για να αναχαιτίσουν το κύμα ακρίβειας που προκαλείται από τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή.
Πολιτικές πιέσεις για κρατική παρέμβαση στη γερμανική αγορά
Στο εσωτερικό της Γερμανίας, η συζήτηση για τη ρύθμιση των τιμών έχει λάβει έντονα πολιτικό χαρακτήρα. Ο Philipp Türmer, επικεφαλής της νεολαίας του SPD, ζήτησε επίσημα την υιοθέτηση ενός πλαφόν στα πρότυπα των γειτονικών χωρών, υποστηρίζοντας ότι το κράτος πρέπει να προστατεύσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Παράλληλα, κορυφαία στελέχη των Σοσιαλδημοκρατών, υπό τον επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας Matthias Miersch, προκρίνουν το αυστριακό μοντέλο ως μια πιο μετριοπαθή αλλά αποτελεσματική λύση.
Η πρόταση αυτή προβλέπει ότι οι τιμές στα πρατήρια θα μπορούν να αυξάνονται μόνο μία φορά το εικοσιτετράωρο, ενώ οι μειώσεις θα επιτρέπονται οποιαδήποτε στιγμή, περιορίζοντας έτσι την κερδοσκοπία κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Οι υποστηρικτές αυτών των μέτρων επισημαίνουν ότι η έλλειψη ρύθμισης επιτρέπει στις εταιρείες πετρελαιοειδών να μετακυλίουν αστραπιαία κάθε αύξηση της διεθνούς τιμής στους καταναλωτές, ενώ καθυστερούν χαρακτηριστικά να ενσωματώσουν τυχόν αποκλιμακώσεις. Η ανάγκη για προβλεψιμότητα στις τιμές των καυσίμων θεωρείται κρίσιμη, ειδικά σε μια περίοδο όπου το ενεργειακό κόστος επηρεάζει αλυσιδωτά τις τιμές των τροφίμων και των βασικών υπηρεσιών, τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό σε εθνικό επίπεδο.
Η στάση της κυβέρνησης Merz και ο ρόλος του Kartellamt
Παρά τις πιέσεις, ο Καγκελάριος Friedrich Merz εμφανίζεται ιδιαίτερα προσεκτικός στις δημόσιες τοποθετήσεις του. Αν και εξέφρασε την έντονη ανησυχία του για το ενεργειακό κόστος, απέφυγε να δεσμευτεί για την εφαρμογή κάποιου τύπου έκπτωσης στα καύσιμα (Tankrabatt) ή πλαφόν. Η στρατηγική της κυβέρνησης εστιάζει στην παρακολούθηση των αγορών, με την ελπίδα ότι ο πόλεμος θα τερματιστεί σύντομα, γεγονός που θα οδηγούσε σε φυσική εξισορρόπηση των τιμών χωρίς την ανάγκη κρατικών παρεμβάσεων που θα μπορούσαν να διαταράξουν τον υγιή ανταγωνισμό.
Από την πλευρά της Ένωσης (CDU/CSU), ο αναπληρωτής επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας Sepp Müller προειδοποίησε ότι ακόμα και η δημόσια συζήτηση για κρατικές επιδοτήσεις μπορεί να αποβεί επιζήμια. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι κερδοσκόποι τείνουν να προεξοφλούν τέτοιες κινήσεις, οδηγώντας τις τιμές ακόμα υψηλότερα.
Αντί για άμεσα ρυθμιστικά μέτρα, η κυβέρνηση εναποθέτει τις ελπίδες της στην Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Καρτέλ (Bundeskartellamt). Ο Sepp Müller τόνισε ότι η υπηρεσία διαθέτει τα απαραίτητα εργαλεία, από την επιβολή προστίμων έως και παρεμβάσεις στη δομή της αγοράς, για να πατάξει τυχόν εναρμονισμένες πρακτικές ή αδικαιολόγητες αυξήσεις που δεν συνάδουν με τα διεθνή δεδομένα, διασφαλίζοντας ότι η διαμόρφωση των τιμών παραμένει διαφανής.