Χιλιάδες εργοδότες στη Γερμανία φαίνεται να αγνόησαν επιδεικτικά τη νομοθεσία για τον κατώτατο μισθό κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, στερώντας από τους εργαζομένους τις νόμιμες αποδοχές τους.
Τα επίσημα στοιχεία που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας αποκαλύπτουν μια ανησυχητική εικόνα στην αγορά εργασίας, με τις ελεγκτικές αρχές να εντοπίζουν σωρεία παραβάσεων σε νευραλγικούς κλάδους της οικονομίας.
Σύμφωνα με τα δεδομένα που γνωστοποίησε το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών, απαντώντας σε σχετικό κοινοβουλευτικό ερώτημα του κόμματος Die Linke, η υπηρεσία Οικονομικού Ελέγχου της Παράνομης Εργασίας (Finanzkontrolle Schwarzarbeit – FKS) των γερμανικών τελωνείων πραγματοποίησε εκτεταμένες επιχειρήσεις το 2025.
Συγκεκριμένα, διενεργήθηκαν 25.765 έλεγχοι σε εργοδότες σε ολόκληρη την επικράτεια, φέρνοντας στην επιφάνεια χιλιάδες περιπτώσεις κακοδιαχείρισης και παρανομίας.
Τα ευρήματα των αρχών οδήγησαν στην έναρξη 6.121 ποινικών και διοικητικών διαδικασιών για πιθανές παραβιάσεις του νόμου περί κατώτατου μισθού (Mindestlohngesetz).
Ο αριθμός αυτός καταδεικνύει ότι, παρά το αυστηρό νομικό πλαίσιο, μια σημαντική μερίδα επιχειρήσεων εξακολουθεί να λειτουργεί εις βάρος των εργασιακών δικαιωμάτων, εκμεταλλευόμενη κενά και απουσία συστηματικής επιτήρησης σε καθημερινή βάση.
Στο «κόκκινο» εστίαση και ξενοδοχειακός κλάδος
Η ακτινογραφία των ελέγχων δείχνει ξεκάθαρα ποιους κλάδους βαραίνει η «μερίδα του λέοντος» στην παραβατικότητα.
Το Υπουργείο Οικονομικών επιβεβαίωσε ότι σχεδόν 2.500 από τις διαδικασίες που κινήθηκαν αφορούσαν αποκλειστικά τον χώρο της εστίασης και των ξενοδοχείων.
Ο συγκεκριμένος τομέας φαίνεται να αποτελεί μόνιμη εστία παραβίασης της εργατικής νομοθεσίας, με τους εργαζομένους να βρίσκονται συχνά εκτεθειμένοι σε αυθαιρεσίες.
Ωστόσο, το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στον τουριστικό και επισιτιστικό κλάδο. Περισσότερες από 500 υποθέσεις καταγράφηκαν αντίστοιχα σε εταιρείες μεταφορών (Speditionen), στον κατασκευαστικό τομέα, καθώς και σε κομμωτήρια και ινστιτούτα αισθητικής.
Παράλληλα, οι τελωνειακές αρχές εντόπισαν σημαντικό αριθμό παραβάσεων σε εταιρείες ταξί, καταστήματα πώλησης ποτών και εταιρείες παροχής υπηρεσιών ασφαλείας (security), επιβεβαιώνοντας ότι η πρακτική της καταστρατήγησης του κατώτατου μισθού είναι οριζόντια και αφορά πολλαπλούς πυλώνες της οικονομικής δραστηριότητας.
Ο βουλευτής του Die Linke, Cem Ince, ο οποίος κατέθεσε τη σχετική ερώτηση, υπογράμμισε τη σοβαρότητα της κατάστασης, επισημαίνοντας ότι κατά μέσο όρο, ένας στους τέσσερις ελέγχους οδηγεί στην αποκάλυψη μισθολογικής παράβασης.
Ο ίδιος εξέφρασε την εκτίμηση ότι τα επίσημα νούμερα αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου.
Επικαλούμενος εκτιμήσεις που βασίζονται σε έρευνες εργαζομένων και αναφέρονται στην τελευταία έκθεση της Επιτροπής Κατώτατου Μισθού, ο Cem Ince τόνισε πως ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων ενδέχεται να είναι δραματικά υψηλότερος.
Συγκεκριμένα, ο βουλευτής ανέφερε ότι έως και 2,5 εκατομμύρια άνθρωποι στη Γερμανία ενδέχεται να στερούνται τον νόμιμο κατώτατο μισθό τους μέσω διαφόρων τεχνασμάτων, κάνοντας λόγο για μια «μαζική εξαπάτηση» σε βάρος των χαμηλόμισθων στρωμάτων.
Τα τεχνάσματα για τη μείωση του ωρομισθίου
Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν οι εργοδότες για να παρακάμψουν τον νόμο είναι ποικίλες και συχνά δύσκολα ανιχνεύσιμες χωρίς ενδελεχή έλεγχο.
Μία από τις πιο διαδεδομένες τακτικές είναι η μη καταγραφή ή η ελλιπής απόδειξη των πραγματικών ωρών εργασίας.
Όταν οι εργαζόμενοι εξαναγκάζονται, είτε φανερά είτε συγκαλυμμένα, να εργάζονται περισσότερες ώρες χωρίς πληρωμή, το πραγματικό ωρομίσθιό τους βυθίζεται κάτω από το νόμιμο όριο, ακόμη και αν στα χαρτιά φαίνεται νομότυπο.
Επιπλέον, παρατηρείται συχνά το φαινόμενο του υπερβολικού φόρτου εργασίας, όπου ο όγκος δουλειάς που ανατίθεται είναι πρακτικά αδύνατον να ολοκληρωθεί εντός του πληρωμένου ωραρίου, οδηγώντας ντε φάκτο σε απλήρωτη εργασία.
Άλλοτε, οι εργοδότες προχωρούν σε αυθαίρετες κρατήσεις από τον μισθό για εργαλεία δουλειάς ή επαγγελματική ενδυμασία, μειώνοντας έτσι το καθαρό εισόδημα του υπαλλήλου.
Τέλος, η λεγόμενη «εικονική αυτοαπασχόληση» (Scheinselbstständigkeit) παραμένει ένα ισχυρό εργαλείο στα χέρια επιτήδειων εργοδοτών για την πλήρη αποφυγή των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εργατική νομοθεσία.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο νόμιμος κατώτατος μισθός αυξήθηκε την 1η Ιανουαρίου από τα 12,82 στα 13,90 ευρώ.
Σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία, η αύξηση αυτή επηρέασε άμεσα 4,8 εκατομμύρια θέσεις εργασίας.
Ωστόσο, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί, λόγω περιορισμένων πόρων, καταφέρνουν να ελέγξουν μόνο ένα μικρό κλάσμα των επιχειρήσεων που απασχολούν προσωπικό με αυτές τις αποδοχές.
Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, ο Cem Ince ζήτησε άμεση και σημαντική επέκταση των ελέγχων, τονίζοντας την ανάγκη για επαρκή στελέχωση της υπηρεσίας Οικονομικού Ελέγχου της Παράνομης Εργασίας.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο αριθμός των ελέγχων και το ποσοστό των παραβάσεων που εντοπίστηκαν το 2025 κινήθηκαν στα ίδια επίπεδα με την προηγούμενη χρονιά, γεγονός που υποδηλώνει στασιμότητα στην αντιμετώπιση του φαινομένου.