Το συνεχιζόμενο πλεόνασμα στην εγχώρια παραγωγή γάλακτος προκαλεί σοβαρές αναταράξεις στον αγροτικό τομέα της Ελβετίας, φέρνοντας στο προσκήνιο τις πρακτικές εφοδιασμού πολυεθνικών εταιρειών.
Ανάμεσα σε αυτές βρίσκεται η γνωστή σοκολατοποιία Toblerone, η οποία, παρά την υπερεπάρκεια τοπικών πρώτων υλών, προγραμματίζει μαζικές εισαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων από το εξωτερικό.
Το γεγονός αυτό έχει πυροδοτήσει στοχευμένες αντιδράσεις από τους κτηνοτρόφους, οι οποίοι αδυνατούν να διοχετεύσουν τα προϊόντα τους στην αγορά.
Τα εγχώρια γαλακτοκομεία δηλώνουν αδυναμία να απορροφήσουν τις τεράστιες διαθέσιμες ποσότητες, μια εξέλιξη που, σύμφωνα με τον αρμόδιο συνδικαλιστικό φορέα των παραγωγών, αποδίδεται άμεσα στην εξαιρετικά υψηλή ποιότητα των ζωοτροφών που καταγράφηκε κατά τη διάρκεια της περασμένης χρονιάς και η οποία αύξησε κατακόρυφα τις αποδόσεις των κοπαδιών.
Το πρόβλημα της υπερπροσφοράς προσλαμβάνει πλέον δομικά χαρακτηριστικά για την εθνική οικονομία, καθώς οι παραγωγοί εγκλωβίζονται ανάμεσα στις υψηλές αποδόσεις των μονάδων τους και την άρνηση των μεγάλων αγοραστών να απορροφήσουν την τοπική παραγωγή με τους υφιστάμενους οικονομικούς όρους.
Η συγκεκριμένη σύγκρουση συμφερόντων αναδεικνύει την ευθραυστότητα των παραδοσιακών εφοδιαστικών αλυσίδων απέναντι στις παγκοσμιοποιημένες στρατηγικές αγορών.
Η συμβολική διαμαρτυρία στο εργοστάσιο της Βέρνης
Αντί η συγκεκριμένη πλεονάζουσα ποσότητα να αξιοποιηθεί εγχώρια από τις μεγάλες βιομηχανίες επεξεργασίας τροφίμων και τους κατασκευαστές σοκολάτας, καταγράφεται μια εντελώς διαφορετική εμπορική προσέγγιση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η γραμμή παραγωγής της Toblerone, η οποία ελέγχεται πλέον πλήρως από τον αμερικανικό επιχειρηματικό όμιλο Mondelez.
Παρότι η παρασκευή του συγκεκριμένου προϊόντος παραμένει αυστηρά εντός των ελβετικών συνόρων, διατηρώντας την παραδοσιακή της βάση, η διεύθυνση σχεδιάζει να προχωρήσει στην εισαγωγή χιλίων τόνων βουτύρου για την κάλυψη των αναγκών της.
Η απόφαση αυτή έχει προκαλέσει την έντονη και ανοιχτή δυσαρέσκεια των αγροτών.
Στο πλαίσιο των κινητοποιήσεων, ο παραγωγός γάλακτος Heini Siegenthaler προχώρησε σε μια συμβολική αλλά ιδιαίτερα δυναμική διαμαρτυρία, αδειάζοντας κυριολεκτικά μεγάλες ποσότητες φρέσκου γάλακτος σε ένα φρεάτιο αποχέτευσης ακριβώς έξω από τις κεντρικές εγκαταστάσεις της Toblerone στην πόλη της Βέρνης.
Το συγκεκριμένο περιστατικό καταγράφηκε οπτικά και μεταδόθηκε εκτενώς από το τηλεοπτικό δίκτυο SRF, αναδεικνύοντας το μέγεθος της απόγνωσης που επικρατεί στον πρωτογενή τομέα.
Οικονομικές αντιδράσεις και κρατικές άδειες εισαγωγής
Η δυσαρμονία μεταξύ της διαθέσιμης ελβετικής παραγωγής και των μαζικών εταιρικών εισαγωγών έχει εγείρει σοβαρά ερωτήματα στον οικονομικό και θεσμικό τομέα της χώρας.
Ο οικονομολόγος Mathias Binswanger τοποθετήθηκε δημόσια επί του θέματος, χαρακτηρίζοντας την πρακτική των συνεχιζόμενων εισαγωγών εν μέσω αποδεδειγμένου εγχώριου πλεονάσματος ως μια εντελώς παράδοξη οικονομική συνθήκη.
Τα δεδομένα που διαμορφώνουν αυτή την κατάσταση ενισχύονται από τα στοιχεία που δημοσιοποίησε πρόσφατα το εξειδικευμένο αγροτικό μέσο Schweizer Bauer.
Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη δημοσιογραφική έρευνα, η ελβετική ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει ήδη προχωρήσει στην έγκριση αδειών για το δεύτερο εξάμηνο του 2025.
Οι άδειες αυτές επιτρέπουν την εισαγωγή επτά εκατομμυρίων κιλών υγρού γάλακτος, καθώς και επιπλέον 1.856.450 κιλών γάλακτος σε μορφή σκόνης.
Απέναντι σε αυτά τα μεγέθη, ο Binswanger προτείνει την άμεση και αυστηρή επανεξέταση των διαδικασιών χορήγησης των σχετικών αδειών από τις αρχές, υπογραμμίζοντας ότι τέτοιου είδους εμπορικές διευκολύνσεις θα έπρεπε να ενεργοποιούνται αποκλειστικά και μόνο όταν καταγράφεται πραγματική και επιβεβαιωμένη έλλειψη των απαραίτητων πρώτων υλών στην εσωτερική αγορά της Ελβετίας.
Το ζήτημα του κόστους και η εταιρική στρατηγική
Στον αντίποδα αυτής της αυστηρής κριτικής, η φιλελεύθερη δεξαμενή σκέψης Avenir Suisse προσεγγίζει τη συνεχιζόμενη κρίση με αμιγώς τιμολογιακά και ανταγωνιστικά κριτήρια.
Ο επικεφαλής προγραμμάτων και έρευνας του οργανισμού, Christoph Eisenring, ανέλυσε στο δίκτυο SRF την οπτική της αγοράς, εξηγώντας ότι το εξαιρετικά υψηλό κόστος του ελβετικού γάλακτος λειτουργεί ως ένα σημαντικό ανταγωνιστικό μειονέκτημα για τις τοπικές βιομηχανίες παραγωγής σοκολάτας.
Βάσει της οικονομικής του ανάλυσης, σε περιόδους όπου καταγράφεται υπερπροσφορά ενός προϊόντος, η φυσιολογική αντίδραση της αγοράς θα απαιτούσε τη ραγδαία μείωση των τιμών, γεγονός που νομοτελειακά θα οδηγούσε σε αυξημένη κατανάλωση.
Καθώς αυτή η προσαρμογή των τιμών προς τα κάτω δεν πραγματοποιείται στον επιθυμητό βαθμό, ο ίδιος επισημαίνει ότι οι εμπλεκόμενοι φορείς αναγκάζονται να παρέμβουν ρυθμιστικά στον όγκο της διακινούμενης ποσότητας.
Από την πλευρά του, ο αμερικανικός όμιλος Mondelez απέφυγε να τοποθετηθεί άμεσα για τους συγκεκριμένους όγκους των προγραμματισμένων εισαγωγών της Toblerone.
Η εταιρεία περιορίστηκε στο να διευκρινίσει ότι η συνολική στρατηγική προμήθειας των πρώτων υλών αποτελεί μια ιδιαίτερα σύνθετη διαδικασία που απαιτεί μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι οι προμηθευτές αξιολογούνται συνεχώς, τόσο εντός της Ελβετίας όσο και στις διεθνείς αγορές, λαμβάνοντας υπόψη αυστηρά κριτήρια που περιλαμβάνουν τη βιωσιμότητα, τις τεχνικές προδιαγραφές ποιότητας, την καινοτομία και το τελικό λειτουργικό κόστος.