Ένα σημαντικό ορόσημο στην προσπάθεια ενσωμάτωσης των προσφύγων στην εγχώρια αγορά εργασίας καταγράφει η Γερμανία, καθώς τρία χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν μια μεικτή αλλά σαφώς ανοδική πορεία.
Σύμφωνα με την κοινή έκθεση του Ινστιτούτου Έρευνας Αγοράς Εργασίας και Επαγγελμάτων (IAB) της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Απασχόλησης και του Ομοσπονδιακού Γραφείου Μετανάστευσης και Προσφύγων (BAMF), το 50% των ανθρώπων που έφτασαν στη χώρα τους πρώτους μήνες της ρωσικής εισβολής έχει πλέον εξασφαλίσει θέση εργασίας.
Η ανάλυση εστιάζει στο σχεδόν ένα εκατομμύριο άτομα που διέφυγαν στη Γερμανία το πρώτο εξάμηνο του πολέμου και βρίσκονται σε ηλικία εργασίας.
Η ταχύτητα με την οποία οι Ουκρανοί πρόσφυγες απορροφήθηκαν από τη γερμανική αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από τους αναλυτές ως πρωτοφανής, συγκριτικά με προηγούμενα μεταναστευτικά ρεύματα.
Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, σε παλαιότερες προσφυγικές κρίσεις, απαιτούνταν κατά μέσο όρο έξι χρόνια παραμονής στη χώρα για να επιτευχθεί αντίστοιχο ποσοστό απασχόλησης.
Η ειδοποιός διαφορά στην περίπτωση των Ουκρανών εντοπίζεται στο θεσμικό πλαίσιο: η απαλλαγή από τη χρονοβόρα διαδικασία ασύλου και η άμεση νομική δυνατότητα εργασίας λειτούργησαν ως καταλύτες, σε συνδυασμό με το συγκριτικά υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο των αφιχθέντων.
Το χάσμα με τον γενικό πληθυσμό και ο ρόλος των γυναικών
Παρά τη θετική δυναμική, η απόσταση που χωρίζει τους Ουκρανούς εργαζόμενους από τον μέσο όρο της γερμανικής αγοράς παραμένει αισθητή.
Ενώ το ποσοστό απασχόλησης των προσφύγων αγγίζει το 50%, στον γενικό πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας το αντίστοιχο νούμερο βρισκόταν στο 68% τον περασμένο Ιούνιο.
Η απόκλιση αυτή ερμηνεύεται κυρίως μέσω των ιδιαίτερων δημογραφικών χαρακτηριστικών της ουκρανικής προσφυγικής κοινότητας, η οποία αποτελείται σε συντριπτικό ποσοστό από γυναίκες, καθώς στους άνδρες στρατεύσιμης ηλικίας απαγορεύεται η έξοδος από την Ουκρανία.
Η δομή των νοικοκυριών παίζει καθοριστικό ρόλο στην εργασιακή ένταξη. Πολλές γυναίκες έχουν επωμιστεί αποκλειστικά τη φροντίδα ανήλικων τέκνων, γεγονός που περιορίζει δραματικά τη διαθεσιμότητά τους για εργασία.
Τα στοιχεία του Σεπτεμβρίου 2025 είναι αποκαλυπτικά: μόλις το 21% των Ουκρανών μητέρων με παιδιά κάτω των τριών ετών και χωρίς σύντροφο στη Γερμανία, κατάφερε να ενταχθεί σε καθεστώς εξαρτημένης εργασίας.
Όσον αφορά την αυτοαπασχόληση, αν και η τρέχουσα ανάλυση δεν παρέχει επικαιροποιημένα δεδομένα, το 2023 το ποσοστό αυτό κυμαινόταν σε χαμηλά επίπεδα, περίπου στο 5,3%.
Το φαινόμενο των «εργαζόμενων φτωχών»
Ένα από τα πλέον ανησυχητικά ευρήματα της μελέτης αφορά την ποιότητα και τις απολαβές των θέσεων εργασίας που καλύπτουν οι πρόσφυγες.
Το γεγονός ότι κάποιος εργάζεται δεν συνεπάγεται απαραίτητα οικονομική ανεξαρτησία από το γερμανικό κράτος πρόνοιας.
Ειδικότερα, οι γυναίκες από την Ουκρανία απασχολούνται κατά κύριο λόγο σε θέσεις μερικής απασχόλησης, γεγονός που κρατά τα εισοδήματά τους χαμηλά και διατηρεί την εξάρτησή τους από τα κοινωνικά επιδόματα.
Τα στοιχεία του Ινστιτούτου Έρευνας Αγοράς Εργασίας και Επαγγελμάτων (IAB) δείχνουν ότι το 41% των Ουκρανών που εργάζονται, ζουν σε νοικοκυριά τα οποία εξακολουθούν να λαμβάνουν συμπληρωματικές κρατικές παροχές (τύπου Bürgergeld) για να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες.
Το ποσοστό αυτό είναι ιδιαίτερα αυξημένο σε οικογένειες με παιδιά, αναδεικνύοντας το δομικό πρόβλημα της αντιστοίχισης μισθών και κόστους διαβίωσης, ακόμη και για όσους έχουν καταφέρει να ενταχθούν στην παραγωγική διαδικασία.