Βερολίνο – Μια έντονη δημόσια συζήτηση έχει ανοίξει τους τελευταίους μήνες στη Γερμανία σχετικά με την εργασιακή ηθική και την παραγωγικότητα της χώρας. Πολιτικοί της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU/CSU), με προεξάρχοντα τον Καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς και την οικονομική πτέρυγα του κόμματος, ασκούν κριτική για φαινόμενα που περιγράφουν ως «μερική απασχόληση λόγω τρόπου ζωής» (Lifestyle-Teilzeit), υψηλά ποσοστά αναρρωτικών αδειών και πρόωρες συνταξιοδοτήσεις. Στο τραπέζι των προτάσεων για την τόνωση της οικονομίας έχουν πέσει μέτρα όπως η κατάργηση της τηλεφωνικής αναρρωτικής άδειας, η άρση του ημερήσιου ανώτατου ορίου ωρών εργασίας και η δυσκολότερη πρόσβαση στο καθεστώς μερικής απασχόλησης.
Επιχείρημα των επικριτών αποτελούν συχνά τα στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), σύμφωνα με τα οποία η Γερμανία εμφανίζεται να έχει τις χαμηλότερες ετήσιες ώρες εργασίας ανά εργαζόμενο. Συγκεκριμένα, για το έτος 2024, ο μέσος όρος στη Γερμανία ήταν 1.331 ώρες, την ώρα που ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ βρισκόταν στις 1.736 ώρες και η Χιλή κατέγραφε την κορυφαία επίδοση με 2.149 ώρες. Ωστόσο, οικονομικά ινστιτούτα και αναλυτές προειδοποιούν ότι η επιφανειακή ανάγνωση αυτών των αριθμών οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα, αγνοώντας τη δομική πραγματικότητα της γερμανικής αγοράς εργασίας.
Η στατιστική «οφθαλμαπάτη» και ο ρόλος της ανεργίας
Το Ινστιτούτο της Γερμανικής Οικονομίας (IW) της Κολωνίας επισημαίνει ότι η σύγκριση είναι προβληματική για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, οι μέθοδοι συλλογής δεδομένων διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Δεύτερον και σημαντικότερο, ο μέσος όρος των ωρών εργασίας επηρεάζεται άμεσα από το ποσοστό συμμετοχής του πληθυσμού στο εργατικό δυναμικό. Όπως εξηγεί ο οικονομολόγος του IW, Holger Schäfer, οι άνεργοι και οι μη ενεργοί πολίτες καταγράφονται με «μηδέν» ώρες και δεν επηρεάζουν τον μέσο όρο των εργαζομένων. Αντίθετα, όταν μια χώρα καταφέρνει να εντάξει εκατομμύρια ανθρώπους στην αγορά εργασίας, έστω και με μερική απασχόληση, ο στατιστικός μέσος όρος των ωρών εργασίας ανά εργαζόμενο μειώνεται δραματικά, παρόλο που η συνολική παραγωγική δραστηριότητα της χώρας αυξάνεται.
Το Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών Leibniz (RWI) του Έσσεν παρέθεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για να καταδείξει τη στρέβλωση: Σε ένα νοικοκυριό όπου εργάζεται μόνο ο άνδρας για 38,5 ώρες, ο μέσος όρος είναι υψηλός και κοντά στα πρότυπα του ΟΟΣΑ. Αν όμως εργαστεί και η σύντροφός του με μερική απασχόληση (20 ώρες) και ο άνδρας αυξήσει τις ώρες του στις 40, ο μέσος όρος ανά εργαζόμενο πέφτει στις 30 ώρες, παρόλο που το νοικοκυριό παράγει συνολικά περισσότερο έργο. Κατά συνέπεια, η χαμηλή κατάταξη της Γερμανίας οφείλεται εν μέρει στην επιτυχία της να έχει περισσότερους πολίτες ενεργούς, αντί να τους έχει εκτός αγοράς εργασίας.
Ρεκόρ απασχόλησης και η «παγίδα» της μερικής εργασίας
Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η Γερμανία δεν υστερεί σε συμμετοχή. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Έρευνας Αγοράς Εργασίας και Επαγγελμάτων (IAB), το τρίτο τρίμηνο του 2025 καταγράφηκαν 46 εκατομμύρια εργαζόμενοι, διατηρώντας τα επίπεδα ρεκόρ των προηγούμενων ετών. Το ποσοστό απασχόλησης στις ηλικίες 20-64 ετών έφτασε το 81,3% το 2024, ξεπερνώντας κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 75,8%. Επιπλέον, ο συνολικός όγκος ωρών εργασίας στη χώρα αυξήθηκε στα 53,6 δισεκατομμύρια ώρες το 2024, από 47 δισεκατομμύρια πριν από δύο δεκαετίες.
Ωστόσο, η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως στην ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας, η οποία όμως συνοδεύεται από υψηλότατα ποσοστά μερικής απασχόλησης. Η αναλογία μερικής απασχόλησης ξεπέρασε το 40% το 2025, ρίχνοντας τον μέσο όρο εβδομαδιαίας εργασίας στις 34,8 ώρες (έναντι 37,1 στην ΕΕ). Παρά τη ρητορική περί «επιλογής», τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας δείχνουν ότι για πολλούς η μερική απασχόληση δεν είναι εθελοντική. Το 33% των γυναικών επικαλείται οικογενειακές υποχρεώσεις και έλλειψη δομών φροντίδας, ενώ το φορολογικό σύστημα (Ehegattensplitting) συχνά καθιστά ασύμφορη την πλήρη απασχόληση για τον δεύτερο εργαζόμενο σε ένα νοικοκυριό.
Διάρκεια εργασιακού βίου και παραγωγικότητα
Πέρα από τις ετήσιες ώρες, κρίσιμος δείκτης είναι και η συνολική διάρκεια του εργασιακού βίου. Σε αυτόν τον τομέα, η Γερμανία βρίσκεται στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης, με την αναμενόμενη διάρκεια εργασιακού βίου να φτάνει τα 40 έτη, έναντι 37,2 ετών που είναι ο μέσος όρος στην ΕΕ. Αυτό καταρρίπτει εν μέρει τον μύθο της μειωμένης προσφοράς εργασίας σε βάθος χρόνου.
Τέλος, αναλύσεις από την πλατφόρμα “Our World in Data” δείχνουν ότι η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας στη Γερμανία παραμένει σε υψηλά επίπεδα, συγκρίσιμη και συχνά καλύτερη από εκείνη των ΗΠΑ, της Γαλλίας ή του Ηνωμένου Βασιλείου. Το συμπέρασμα των ερευνητών του RWI είναι σαφές: Ο χαμηλότερος μέσος όρος ωρών δεν υποδηλώνει τεμπελιά, αλλά αντικατοπτρίζει μια αγορά εργασίας με υψηλή συμμετοχή γυναικών και εκτεταμένη χρήση μερικής απασχόλησης, η οποία όμως χρειάζεται μεταρρυθμίσεις στις υποδομές φροντίδας και στο φορολογικό σύστημα για να απελευθερώσει περαιτέρω δυναμική.
