Γερμανία – Παρά το γεγονός ότι η χώρα κατατάσσεται ανάμεσα στα πλουσιότερα κράτη παγκοσμίως, η πραγματική περιουσία της πλειοψηφίας των Γερμανών πολιτών παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. Η νέα έκθεση της ελβετικής τράπεζας UBS αναδεικνύει μια πρωτοφανή οικονομική ανισότητα, αποκαλύπτοντας πώς η εντυπωσιακή αύξηση των εκατομμυριούχων κρύβει την εντεινόμενη πίεση που υφίσταται η μεσαία τάξη, γεγονός που εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για το μέλλον.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Στη 14η θέση παγκοσμίως η Γερμανία με βάση τη μέση περιουσία, αλλά μόλις στην 30ή θέση όσον αφορά τον διάμεσο πλούτο.
- Ο διάμεσος πλούτος στη χώρα ανέρχεται στα 54.000 δολάρια, ποσό χαμηλότερο από χώρες όπως η Ελλάδα, η Σλοβενία και η Μάλτα.
- Πτώση 20,1% σημείωσε η διάμεση περιουσία από το 2020, την ώρα που ο μέσος καθαρός πλούτος αυξήθηκε κατά 11,5%.
Η πραγματική εικόνα της κατανομής του πλούτου
Η χώρα επιβεβαιώνει τη φήμη της ως οικονομική υπερδύναμη, καθώς διαθέτει 2,648 εκατομμύρια εκατομμυριούχους και 193 δισεκατομμυριούχους, καταλαμβάνοντας κορυφαίες θέσεις πίσω από τις ΗΠΑ και την Κίνα. Σύμφωνα με τον φετινό απολογισμό της UBS (Global Wealth Report), ο μέσος ενήλικας στη Γερμανία κατέχει περιουσία ύψους 346.000 δολαρίων, τοποθετώντας το κράτος στη 14η θέση παγκοσμίως. Ωστόσο, ο αριθμός αυτός παραμορφώνει την πραγματικότητα, καθώς ωθείται προς τα πάνω από τους υπερπλούσιους.
Η πιο αντιπροσωπευτική εικόνα προκύπτει από τον διάμεσο πλούτο, ο οποίος υπολογίζεται μόλις στα 54.000 δολάρια. Αυτό το ποσό, που χωρίζει τον πληθυσμό ακριβώς στη μέση, ρίχνει τη χώρα στην 30ή θέση της παγκόσμιας κατάταξης. Το χάσμα είναι τεράστιο, αφού η διάμεση περιουσία αντιστοιχεί μόλις στο 15% του μέσου όρου, ένα ποσοστό ανισότητας που στους 30 κορυφαίους ξεπερνιέται μόνο από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι συνέπειες στην αγορά κατοικίας και τα γηρατειά
Η ελβετική τράπεζα συνυπολογίζει τις χρηματοοικονομικές επενδύσεις, τα ακίνητα και την ιδιωτική συνταξιοδότηση, αφαιρώντας τα χρέη, αλλά δεν προσμετρά τα δικαιώματα της κρατικής σύνταξης. Η έντονη συγκέντρωση πλούτου σε λίγα χέρια δημιουργεί σημαντικές κοινωνικές προκλήσεις, οι οποίες αποτυπώνονται χαρακτηριστικά στην αγορά ακινήτων. Οι πολίτες με υψηλά εισοδήματα έχουν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν στις αυξημένες τιμές, καθιστώντας την απόκτηση στέγης σχεδόν ακατόρθωτη για τους μέσους μισθωτούς.
Παράλληλα, τα νοικοκυριά με περιορισμένο εισόδημα αδυνατούν να αποταμιεύσουν ικανοποιητικά ποσά για τα γηρατειά τους. Η αδυναμία συγκέντρωσης επαρκούς ιδιωτικής περιουσίας αυξάνει τον κίνδυνο φτώχειας στους ηλικιωμένους, γεγονός που ενισχύει την εξάρτησή τους από τα κρατικά επιδόματα, επιβαρύνοντας μακροπρόθεσμα τον κρατικό προϋπολογισμό και το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας.
Οι προτάσεις για φορολογικές μεταρρυθμίσεις
Μπροστά σε αυτή την εντεινόμενη ανισότητα, κορυφαίοι οικονομικοί αναλυτές έχουν ήδη καταθέσει προτάσεις για θεσμικές παρεμβάσεις. Το συμβούλιο των οικονομικών εμπειρογνωμόνων της κυβέρνησης προτείνει, πέραν του νέου αποταμιευτικού λογαριασμού συνταξιοδότησης, τη ριζική μεταρρύθμιση του φόρου κληρονομιάς.
Στο επίκεντρο των προτάσεων βρίσκεται η βαρύτερη φορολόγηση των μεγάλων κληρονομιών που ξεπερνούν τα 26 εκατομμύρια ευρώ. Σύμφωνα με τους ειδικούς, κάτω από αυτό το όριο θα πρέπει παράλληλα να περιοριστούν οι ευνοϊκές φοροαπαλλαγές που ισχύουν σήμερα για τα εταιρικά περιουσιακά στοιχεία, προκειμένου να αμβλυνθεί η συγκέντρωση πλούτου στις επόμενες γενιές.
Τι είναι ο διάμεσος πλούτος και γιατί αποτελεί πιο αξιόπιστο δείκτη
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της έρευνας είναι ο όρος «διάμεσος καθαρός πλούτος» (Median Wealth), ο οποίος συχνά συγχέεται με τον μέσο όρο. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους μέτρησης της περιουσίας.
Ο διάμεσος πλούτος είναι το σημείο που χωρίζει τον πληθυσμό στα δύο. Με απλά λόγια, το 50% των πολιτών διαθέτει μικρότερη καθαρή περιουσία και το άλλο 50% μεγαλύτερη. Γι’ αυτόν τον λόγο θεωρείται ο πιο αντιπροσωπευτικός δείκτης για να περιγράψει την οικονομική κατάσταση του «τυπικού» πολίτη μιας χώρας.
Αντίθετα, ο μέσος όρος του πλούτου (Average Wealth) προκύπτει όταν αθροιστεί η περιουσία όλων των πολιτών και διαιρεθεί με τον αριθμό τους. Το πρόβλημα είναι ότι ο συγκεκριμένος δείκτης επηρεάζεται σημαντικά από τους πολύ πλούσιους. Αν σε μια χώρα υπάρχουν αρκετοί εκατομμυριούχοι ή δισεκατομμυριούχοι, ο μέσος όρος αυξάνεται αισθητά, ακόμη και αν η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών διαθέτει πολύ μικρότερη περιουσία.
Για να γίνει πιο κατανοητό, ας υποθέσουμε ότι δέκα άνθρωποι έχουν καθαρή περιουσία 50.000 ευρώ ο καθένας και ένας ενδέκατος διαθέτει περιουσία 50 εκατομμυρίων ευρώ. Ο μέσος όρος του πλούτου θα εκτοξευθεί σε αρκετά εκατομμύρια ευρώ ανά άτομο, δημιουργώντας την εντύπωση ότι όλοι είναι ιδιαίτερα εύποροι. Στην πραγματικότητα όμως, οι δέκα από τους έντεκα ανθρώπους έχουν περιουσία μόλις 50.000 ευρώ. Ο διάμεσος πλούτος θα συνεχίσει να δείχνει αυτήν ακριβώς την πραγματική εικόνα, επειδή δεν επηρεάζεται από τις ακραίες περιπτώσεις.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι οικονομολόγοι χρησιμοποιούν τον διάμεσο πλούτο όταν θέλουν να αξιολογήσουν το επίπεδο ευημερίας των νοικοκυριών και όχι μόνο το συνολικό μέγεθος μιας οικονομίας.
Στην περίπτωση της Γερμανίας, η χώρα συγκαταλέγεται στις ισχυρότερες οικονομίες του κόσμου και διαθέτει πολύ μεγάλο συνολικό πλούτο. Ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος αυτού του πλούτου βρίσκεται συγκεντρωμένο σε σχετικά μικρό ποσοστό του πληθυσμού. Ως αποτέλεσμα, ο μέσος όρος της περιουσίας είναι ιδιαίτερα υψηλός, αλλά ο διάμεσος πλούτος –δηλαδή η περιουσία του «τυπικού» Γερμανού– είναι αισθητά χαμηλότερος.
Η Ελλάδα, από την άλλη πλευρά, εμφανίζεται υψηλότερα στη συγκεκριμένη κατάταξη του διάμεσου πλούτου. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία είναι ισχυρότερη από τη γερμανική ή ότι οι Έλληνες έχουν γενικά υψηλότερα εισοδήματα. Σημαίνει ότι, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη μεθοδολογία, η καθαρή περιουσία του μέσου ελληνικού νοικοκυριού είναι μεγαλύτερη από εκείνη του μέσου γερμανικού νοικοκυριού.
Είναι επίσης σημαντικό να γνωρίζουν οι αναγνώστες ότι ο καθαρός πλούτος δεν αφορά μόνο τα χρήματα που υπάρχουν σε έναν τραπεζικό λογαριασμό. Περιλαμβάνει την αξία όλων των περιουσιακών στοιχείων, όπως κατοικίες, οικόπεδα, επενδύσεις, μετοχές και καταθέσεις, αφού πρώτα αφαιρεθούν όλες οι οφειλές, όπως στεγαστικά ή άλλα δάνεια. Για τον λόγο αυτό, η υψηλή ιδιοκατοίκηση στην Ελλάδα αποτελεί έναν από τους παράγοντες που επηρεάζουν θετικά τη συγκεκριμένη μέτρηση.
Με λίγα λόγια, η κατάταξη της UBS δεν υποστηρίζει ότι η Ελλάδα είναι πλουσιότερη χώρα από τη Γερμανία. Δείχνει όμως ότι, με βάση τον δείκτη του διάμεσου καθαρού πλούτου, ο μέσος Έλληνας εμφανίζεται να διαθέτει μεγαλύτερη καθαρή περιουσία από τον μέσο Γερμανό. Πρόκειται για μια σημαντική διάκριση, η οποία εξηγεί γιατί τα αποτελέσματα της έρευνας προκάλεσαν τόσο μεγάλη συζήτηση.