Βάδη Βυρτεμβέργη – Μια εξαιρετικά σημαντική εξέλιξη δρομολογείται για τον επιχειρηματικό κόσμο, καθώς το κρατίδιο προχωρά σε μαζικές επιστροφές κεφαλαίων που αφορούν τις οικονομικές ενισχύσεις κορωνοϊού στη Βάδη Βυρτεμβέργη. Το Τοπικό Κοινοβούλιο υπερψήφισε κατά τη διάρκεια μιας έκτακτης συνεδρίασης ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο απαλλάσσει οριστικά δεκάδες χιλιάδες επαγγελματίες από την υποχρέωση επιστροφής της κρατικής αρωγής. Πρόκειται για μια απόφαση που βάζει τέλος σε μια πολύμηνη και εξαντλητική νομική διαμάχη ανάμεσα στον κρατικό μηχανισμό και τους ιδιοκτήτες μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Ωστόσο, παρά τη θετική νομοθετική εξέλιξη, η τελική εκταμίευση των ποσών προς τους δικαιούχους αναμένεται να καθυστερήσει σημαντικά λόγω τεχνικών και διαδικαστικών εμποδίων.
Η κρίσιμη δικαστική απόφαση που ανατρέπει τα δεδομένα για τους επαγγελματίες
Το νομικό υπόβαθρο αυτής της θεαματικής ανατροπής βασίζεται σε μια τελεσίδικη ετυμηγορία που εξέδωσε το Διοικητικό Εφετείο της Βάδης Βυρτεμβέργης (Verwaltungsgerichtshof Baden-Württemberg). Οι δικαστές έκριναν ότι οι αποφάσεις ανάκλησης και τα αιτήματα επιστροφής χρημάτων που είχαν αποσταλεί μαζικά από την L-Bank ήταν νομικά αβάσιμα. Ο λόγος της ακύρωσης έγκειται στο γεγονός ότι τα σχετικά έγγραφα δεν διέθεταν την απαιτούμενη νομική σαφήνεια και δεν προσδιόριζαν με ακρίβεια τους λόγους επιστροφής. Η συγκεκριμένη δικαστική απόφαση καλύπτει όλες τις αιτήσεις για άμεση οικονομική ενίσχυση που υποβλήθηκαν κατά το κρίσιμο διάστημα μεταξύ της 22ας Μαρτίου και της 7ης Απριλίου του 2020. Την περίοδο εκείνη, το κράτος είχε διαθέσει τα συγκεκριμένα κονδύλια με εξαιρετικά ελαστικά κριτήρια, χωρίς να επιβάλλει αυστηρούς όρους για τη χρήση τους, προκειμένου να αποτραπεί η άμεση κατάρρευση της αγοράς κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος της πανδημίας.
Ο οικονομικός αντίκτυπος και οι κατηγορίες των επιχειρήσεων που ευνοούνται
Η εφαρμογή του νέου νόμου αναμένεται να ανακουφίσει χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις που υπέστησαν συντριπτικά πλήγματα από τα μέτρα καραντίνας. Στους άμεσα ωφελούμενους συγκαταλέγονται ιδιοκτήτες κομμωτηρίων, εστιάτορες, εκμεταλλευτές γυμναστηρίων, έμποροι λιανικής πώλησης, καθώς και πλήθος ελεύθερων επαγγελματιών. Αρκετοί από αυτούς, κάτω από την ασφυκτική πίεση της L-Bank, είχαν αναγκαστεί να επιστρέψουν τα χρήματα που έλαβαν την άνοιξη του 2020, γεγονός που οδήγησε πολλούς στο χείλος της οικονομικής καταστροφής, ενώ καταγράφηκαν ακόμη και περιπτώσεις νέων επιχειρηματιών που οδηγήθηκαν σε πτώχευση. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το Υπουργείο Οικονομίας (Wirtschaftsministerium), ο συνολικός αριθμός των αιτήσεων αποζημίωσης αναμένεται να αγγίξει τις 100.000. Σε αυτόν τον αριθμό περιλαμβάνονται 62.000 υποθέσεις με τελεσίδικες αποφάσεις επιστροφής, περίπου 13.000 επιχειρήσεις που δεν είχαν προβεί σε καμία ενέργεια, καθώς και 10.000 επαγγελματίες που επέστρεψαν τα ποσά οικειοθελώς. Το δημοσιονομικό κόστος για το κρατίδιο είναι τεράστιο, καθώς θα απαιτηθούν τουλάχιστον 800 εκατομμύρια ευρώ για τις αποζημιώσεις, συν επιπλέον 100 εκατομμύρια ευρώ για την κάλυψη του κόστους της διοικητικής διαχείρισης.
Τα επόμενα βήματα και οι γραφειοκρατικές καθυστερήσεις για τις πληρωμές
Παρά το γεγονός ότι ο νόμος έχει ήδη ψηφιστεί, ο δρόμος μέχρι να φτάσουν τα χρήματα στους τραπεζικούς λογαριασμούς των δικαιούχων παραμένει μακρύς. Η διαδικασία επιστροφής των χρημάτων δεν θα γίνει αυτόματα, αλλά θα απαιτεί την υποβολή μιας νέας, εξειδικευμένης αίτησης μέσω μιας κεντρικής ψηφιακής πλατφόρμας. Το πρόβλημα, ωστόσο, έγκειται στο γεγονός ότι το συγκεκριμένο διαδικτυακό σύστημα δεν υφίσταται καν αυτή τη στιγμή και πρέπει να αναπτυχθεί από το μηδέν. Η L-Bank εκτιμά ότι θα χρειαστεί να προκηρυχθεί ένας ευρωπαϊκός διαγωνισμός για την κατασκευή του λογισμικού, μια διαδικασία που από μόνη της μπορεί να διαρκέσει έως και έξι μήνες. Ως εκ τούτου, οι αρμόδιες αρχές ξεκαθαρίζουν ότι η έναρξη της υποβολής των αιτήσεων δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί πριν από το φθινόπωρο.