Γερμανία – Η εθνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα, απρόβλεπτη δοκιμασία, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις ανατρέπουν τον σχεδιασμό για σταθερή ανάκαμψη. Μετά από μια παρατεταμένη περίοδο στασιμότητας, τα μακροοικονομικά δεδομένα έδειχναν ενθαρρυντικά σημάδια, με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν να καταγράφει αύξηση της τάξης του 0,3 τοις εκατό κατά το τέταρτο τρίμηνο του περασμένου έτους.
Η θετική αυτή πορεία αναμενόταν να συνεχιστεί και το τρέχον έτος, υποβοηθούμενη από τις κρατικές δαπάνες δισεκατομμυρίων που κατευθύνονται σε έργα υποδομών και στον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεων. Ωστόσο, το ξέσπασμα των πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, το οποίο αποδίδεται στις αποφάσεις που έλαβε ο Donald Trump σύμφωνα με τις αναλύσεις, θέτει σε σοβαρό κίνδυνο αυτό το σενάριο αισιοδοξίας. Η αβεβαιότητα επιστρέφει στις αγορές, απειλώντας να μετατρέψει την τρέχουσα χρονιά σε ένα ακόμη χαμένο έτος για την παραγωγική βάση της χώρας.
Ενεργειακό κόστος και ανατιμήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα
Η βασικότερη απειλή για την εγχώρια ανάπτυξη προέρχεται από την απότομη αύξηση των τιμών στην ενέργεια. Η κλιμάκωση των συγκρούσεων προκαλεί σοβαρές αναταράξεις στα στενά του Ορμούζ, μια κρίσιμη θαλάσσια αρτηρία από την οποία δεν διέρχεται μόνο πετρέλαιο, αλλά και πλήθος άλλων απαραίτητων πρώτων υλών. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η διαφαινόμενη έλλειψη στα λιπάσματα, η οποία αναμένεται να πλήξει άμεσα τον αγροτικό τομέα. Οι περιορισμοί αυτοί αναπόφευκτα θα οδηγήσουν σε νέες αυξήσεις στις τιμές των βασικών ειδών διατροφής, επηρεάζοντας τον προϋπολογισμό των καταναλωτών.
Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η διοχέτευση μεγαλύτερου μέρους του εισοδήματος στα καύσιμα στερεί ρευστότητα από την εσωτερική αγορά, καθώς μειώνεται η αγοραστική δύναμη για εγχώρια αγαθά και υπηρεσίες. Αυτή η κατάσταση ισοδυναμεί ουσιαστικά με μια μαζική μεταφορά κεφαλαίων προς τις χώρες που παράγουν πετρέλαιο. Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται μόνο στα εθνικά σύνορα, αλλά αποτελούν μείζον πρόβλημα για τις λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες παγκοσμίως.
Η νομισματική πολιτική και οι επιπτώσεις στον κρατικό δανεισμό
Οι εντεινόμενες πληθωριστικές πιέσεις θέτουν τις κεντρικές τράπεζες σε κατάσταση αυξημένης ετοιμότητας, τροποποιώντας τον σχεδιασμό για τη νομισματική πολιτική. Αναλυτές της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Deutsche Bank) εκτιμούν ότι, σε περίπτωση που οι εχθροπραξίες αποκτήσουν παρατεταμένο χαρακτήρα, ο πληθωρισμός ενδέχεται να σημειώσει άνοδο έως και κατά μία ποσοστιαία μονάδα σε σύγκριση με τις αρχικές προβλέψεις.
Μια τέτοια εξέλιξη είναι πολύ πιθανό να αναγκάσει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να προχωρήσει σε νέες αυξήσεις επιτοκίων ή να καθυστερήσει σημαντικά τις προγραμματισμένες μειώσεις. Το ακριβό χρήμα επηρεάζει άμεσα τον κλάδο των ακινήτων, φρενάροντας τις κατασκευές. Ταυτόχρονα, το κρατικό ταμείο δέχεται ισχυρό πλήγμα, διότι τα ειδικά προγράμματα για την αναβάθμιση των γεφυρών, των οδών και της άμυνας βασίζονται στον δανεισμό. Ήδη οι αγορές αντιδρούν, με την απόδοση των δεκαετών κρατικών ομολόγων να έχει καταγράψει άνοδο 0,3 ποσοστιαίων μονάδων.
Προβλέψεις για την ανάπτυξη και ο κίνδυνος για την απασχόληση
Το εύθραυστο γεωπολιτικό περιβάλλον δημιουργεί ένα κλίμα έντονης ανασφάλειας στον επιχειρηματικό κόσμο, αποθαρρύνοντας τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Οι βιομηχανίες απαιτούν σταθερότητα για να προχωρήσουν σε σημαντικά επενδυτικά έργα. Με τον κίνδυνο εμπλοκής περαιτέρω κρατών στη σύγκρουση να παραμένει ορατός, οι διοικήσεις των εταιρειών προτιμούν να αναβάλουν τα αναπτυξιακά τους σχέδια. Σε αυτό το δυσμενές σκηνικό, οι εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών (ifo Institut) είναι ιδιαίτερα συγκρατημένες.
Οι ερευνητές υπολογίζουν ότι, εάν επιβεβαιωθεί το σενάριο της κλιμάκωσης με συνεχή άνοδο των τιμών, η αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος για το τρέχον έτος θα περιοριστεί στο 0,6 τοις εκατό. Παράλληλα, η αγορά εργασίας κινδυνεύει να υποστεί κραδασμούς. Αντί για την προβλεπόμενη μείωση, ο αριθμός των ανέργων ενδέχεται να αυξηθεί σημαντικά, αγγίζοντας κατά μέσο όρο τα τρία εκατομμύρια άτομα για τη φετινή χρονιά.
Πολιτικές συνέπειες και η πίεση προς τον κυβερνητικό συνασπισμό
Ο αντίκτυπος αυτής της οικονομικής αστάθειας αναμένεται να προκαλέσει ισχυρούς τριγμούς στο εσωτερικό του πολιτικού σκηνικού. Η τρέχουσα κυβέρνηση έχει επενδύσει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου της στην υπόσχεση για ισχυρή οικονομική αναζωογόνηση. Πάνω σε αυτή τη δέσμευση έχουν στηριχθεί τα προγράμματα κρατικών δαπανών και οι μεταρρυθμίσεις που αφορούν το επίδομα πολίτη (Bürgergeld), τις συντάξεις και την υγεία. Εφόσον οι δείκτες δεν επιβεβαιώσουν την ανάκαμψη, το κυβερνητικό έργο κινδυνεύει να θεωρηθεί αποτυχημένο.
Παρά το γεγονός ότι η γενεσιουργός αιτία εντοπίζεται σε εξωγενείς παράγοντες, οι πολίτες τείνουν να αποδίδουν τις ευθύνες στις εγχώριες αρχές. Όπως ακριβώς ο προηγούμενος κυβερνητικός συνασπισμός βρέθηκε στο στόχαστρο για την ενεργειακή κρίση που προκλήθηκε από την εισβολή του Wladimir Putin στην Ουκρανία, έτσι και η σημερινή ηγεσία θα κληθεί να διαχειριστεί τη δυσαρέσκεια, ανεξάρτητα από τον ρόλο που διαδραμάτισε ο Donald Trump στη Μέση Ανατολή.