Γερμανία – Σε ιστορικά υψηλά επίπεδα έχει σκαρφαλώσει ο ιδιωτικός πλούτος στη Γερμανία, με τα νοικοκυριά να κατέχουν πλέον το ιλιγγιώδες ποσό των 10 τρισεκατομμυρίων ευρώ. Οι Γερμανοί επιβεβαιώνουν τη φήμη τους ως «παγκόσμιοι πρωταθλητές» στην αποταμίευση, καθώς τα στοιχεία δείχνουν ότι το 2025 κατάφεραν να αυξήσουν τα κεφάλαιά τους κατά σχεδόν 6%, προσθέτοντας περίπου 600 δισεκατομμύρια ευρώ στα περιουσιακά τους στοιχεία μέσω της ανόδου των χρηματιστηριακών αγορών, των ομολόγων και των τόκων.
Το ποσοστό αποταμίευσης για το 2025 ανήλθε στο 10,4%, γεγονός που σημαίνει ότι για κάθε 100 ευρώ διαθέσιμου εισοδήματος, περισσότερα από 10 ευρώ αποταμιεύονταν. Η τάση αυτή ενισχύθηκε από την υποχώρηση του πληθωρισμού, ο οποίος τον Δεκέμβριο του 2025 περιορίστηκε στο 1,2%, επιτρέποντας στους επενδυτές – ειδικά σε αυτούς που τοποθετήθηκαν σε μετοχές και ETFs – να εξασφαλίσουν σημαντικές πραγματικές αποδόσεις.
Φόβος και αβεβαιότητα φρενάρουν την κατανάλωση
Παρά τον συσσωρευμένο πλούτο, οι προβλέψεις για το τρέχον έτος παραμένουν συγκρατημένες. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι το ιδιωτικό χρηματικό κεφάλαιο θα αυξηθεί περαιτέρω, φτάνοντας τα 10,5 τρισεκατομμύρια ευρώ, ωστόσο η δυναμική δεν αναμένεται να είναι εξίσου ισχυρή με την προηγούμενη χρονιά. Υπάρχουν αμφιβολίες για το αν οι αγορές θα συνεχίσουν την ίδια ανοδική πορεία, ενώ η οικονομική ανασφάλεια επηρεάζει άμεσα την καταναλωτική συμπεριφορά.
Με την ανεργία να κυμαίνεται γύρω στα 3 εκατομμύρια άτομα και την ανάπτυξη να προβλέπεται μόλις στο 1%, οι καταναλωτές εμφανίζονται διστακτικοί σε μεγάλες αγορές, όπως αυτοκίνητα και έπιπλα. Ακόμη και στον τομέα των ακινήτων, τα σχετικά χαμηλά επιτόκια των στεγαστικών δανείων δεν φαίνεται να αποτελούν επαρκές κίνητρο για την αγορά κατοικίας ή διαμερίσματος, καθώς η ψυχολογία της αγοράς παραμένει βαριά.
Η «παγίδα» των λογαριασμών και οι επενδυτικές ευκαιρίες
Ένα σημαντικό ζήτημα που εντοπίζουν οι οικονομικοί αναλυτές είναι η διατήρηση τεράστιων ποσών σε απλούς τρεχούμενους λογαριασμούς, οι οποίοι κατά κανόνα προσφέρουν μηδενικά επιτόκια. Ακόμη και με έναν χαμηλό πληθωρισμό της τάξης του 2%, η αγοραστική δύναμη των 100 ευρώ μειώνεται στα 98 ευρώ στο τέλος του έτους, οδηγώντας σε «αόρατη» απώλεια κεφαλαίου. Η σύσταση προς τους καταναλέτες είναι σαφής: ακόμη και μικρά ποσά, της τάξης των 20 ή 50 ευρώ μηνιαίως, μπορούν να αποδώσουν σημαντικά μακροπρόθεσμα, εάν επενδυθούν σωστά, λειτουργώντας ως συμπλήρωμα στη νόμιμη σύνταξη.
Τέλος, απαιτείται προσοχή στις προωθητικές ενέργειες ορισμένων τραπεζών. Πολλά πιστωτικά ιδρύματα προσφέρουν δελεαστικά επιτόκια, όπως 3,2% για καταθέσεις άνω των 10.000 ευρώ, ωστόσο αυτά ισχύουν συχνά μόνο για τους πρώτους τρεις μήνες, με την απόδοση να πέφτει στη συνέχεια στο 1% με 1,8%. Σε κάθε περίπτωση, οι αποταμιευτές καλούνται να ελέγχουν εάν τα ιδρύματα αυτά καλύπτονται από το ταμείο εγγύησης καταθέσεων, το οποίο συνήθως προστατεύει ποσά έως 100.000 ευρώ.
