Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία – Η ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων σε δημόσιους χώρους αποτελεί μια από τις σημαντικότερες πηγές εσόδων για τον κλάδο της εστίασης, ωστόσο το καθεστώς αδειοδότησης και χρέωσης παραμένει κατακερματισμένο.
Οι επαγγελματίες που επιθυμούν να εξυπηρετήσουν πελάτες σε πεζοδρόμια, πλατείες ή πεζοδρόμους, υποχρεούνται να εξασφαλίσουν ειδική άδεια από τις δημοτικές αρχές.
Η παραχώρηση αυτού του δημόσιου χώρου για ιδιωτική, εμπορική χρήση συνοδεύεται από το λεγόμενο τέλος ειδικής χρήσης, το ύψος του οποίου εναπόκειται στην αποκλειστική διακριτική ευχέρεια της εκάστοτε τοπικής αυτοδιοίκησης, δημιουργώντας τεράστιες ανισότητες στον επιχειρηματικό χάρτη.
Σε μια προσπάθεια να τονωθεί η τοπική αγορά, ορισμένοι μικρότεροι δήμοι προχωρούν σε ριζοσπαστικές αποφάσεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο δήμος του Radevormwald, ο οποίος ανήκει διοικητικά στο Oberbergischer Kreis.
Οι τοπικές αρχές εκεί εξετάζουν το ενδεχόμενο να καταργήσουν πλήρως τις σχετικές χρεώσεις, προσφέροντας μια σημαντική οικονομική διευκόλυνση στους ιδιοκτήτες καφέ και εστιατορίων.
Το μέτρο αυτό στοχεύει στην άμεση υποστήριξη και αναζωογόνηση της τοπικής γαστρονομίας, η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ισχυρές προκλήσεις.
Η εξέλιξη αυτή εγείρει ερωτήματα για το πώς διαμορφώνεται το τοπίο στις υπόλοιπες περιοχές του κρατιδίου.
Το χάσμα των χρεώσεων ανάμεσα στους δήμους
Η τιμολογιακή πολιτική διαφέρει χαοτικά από πόλη σε πόλη, διαμορφώνοντας συνθήκες λειτουργίας δύο ταχυτήτων για τους επιχειρηματίες.
Το Κρέφελντ, για παράδειγμα, υιοθέτησε μια εξαιρετικά ευνοϊκή προσέγγιση κατά τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης, καταργώντας το τέλος για τους εξωτερικούς χώρους.
Η συγκεκριμένη απαλλαγή όχι μόνο διατηρήθηκε, αλλά αποφασίστηκε να παραταθεί επίσημα μέχρι το έτος 2030, δίνοντας μακροπρόθεσμη ανάσα στους επαγγελματίες της περιοχής.
Στον αντίποδα, μεγάλες μητροπόλεις συνεχίζουν να εισπράττουν κανονικά τα προβλεπόμενα ποσά, τα οποία συχνά αγγίζουν δυσθεώρητα ύψη.
Στην Κολωνία, η κατάσταση περιγράφεται ως ιδιαίτερα απαιτητική. Εκπρόσωποι του κλαδικού συνδέσμου Dehoga Nordrhein αναφέρουν ότι το μηνιαίο κόστος κυμαίνεται από 1,55 έως 7,90 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Η τελική τιμή εξαρτάται από την εμπορικότητα της τοποθεσίας και τη διάρκεια της άδειας.
Ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης Haxenhaus στην παλιά πόλη, Wilhelm Wichert, καλείται να καταβάλει ετησίως το ποσό των 6.000 ευρώ για μια έκταση 120 τετραγωνικών μέτρων.
Ο ίδιος εξηγεί πως η πλειοψηφία του τζίρου προέρχεται από τους εξωτερικούς χώρους, καθώς το κοινό προτιμά την ύπαιθρο και εισέρχεται στο εσωτερικό του καταστήματος μόνο υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες.
Αυστηροί κανονισμοί για τη θέρμανση των εξωτερικών χώρων
Για να παραταθεί η παραμονή των πελατών σε ανοιχτούς χώρους κατά τους ψυχρότερους μήνες, η χρήση θερμαντικών σωμάτων κρίνεται απαραίτητη, ωστόσο υπόκειται σε εξαιρετικά αυστηρούς περιορισμούς.
Η νομοθεσία δεν επιτρέπει την ανεξέλεγκτη τοποθέτηση συσκευών θέρμανσης. Στην Κολωνία, επιτρέπονται αποκλειστικά ασύρματες και φιλικές προς το περιβάλλον λύσεις, οι οποίες ιδανικά πρέπει να είναι ενσωματωμένες στις κατασκευές των ομπρελών.
Εφόσον υπάρχει πρόσβαση σε παροχή ρεύματος, οι αρχές δύνανται να εγκρίνουν την εγκατάσταση υπέρυθρων θερμαντικών σωμάτων ή ειδικών θερμαινόμενων τραπεζιών.
Αντίστοιχες ρυθμίσεις, αν και με διαφορετικές προδιαγραφές, εφαρμόζονται στο σύνολο σχεδόν των γερμανικών πόλεων. Παρά την αυστηρότητα, παρατηρείται μια τάση εξορθολογισμού του νομικού πλαισίου.
Επιχειρηματίες του κλάδου αναγνωρίζουν ότι η κατάσταση έχει βελτιωθεί σημαντικά σε επίπεδο γραφειοκρατίας.
Ενώ στο παρελθόν υπήρχε ένας δαιδαλώδης ιστός εκατοντάδων διαφορετικών ρυθμίσεων και ειδικών εξαιρέσεων, πλέον το πλαίσιο έχει συμπυκνωθεί σε πολύ λιγότερους, σαφέστερους κανόνες, διευκολύνοντας την καθημερινή λειτουργία των καταστημάτων.
Η διαμάχη για την προστασία του τοπίου στις όχθες του Ρήνου
Πέρα από το ζήτημα των τελών, οι επιχειρηματίες έρχονται συχνά αντιμέτωποι με πολεοδομικούς και περιβαλλοντικούς περιορισμούς που περιορίζουν δραστικά τη δραστηριότητά τους.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του χώρου πρασίνου ανάμεσα σε γνωστό εστιατόριο και τον ποταμό Ρήνο. Κατά την περίοδο της πανδημίας, η συγκεκριμένη έκταση είχε απελευθερωθεί, φιλοξενώντας έως και 800 επισκέπτες ταυτόχρονα.
Πλέον, η τοποθέτηση καθισμάτων απαγορεύεται αυστηρά, καθώς η περιοχή έχει χαρακτηριστεί επισήμως ως προστατευόμενο τοπίο, απόφαση που προκαλεί έντονες αντιδράσεις.
Ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης εκφράζει ανοιχτά την ανησυχία του για την υποβάθμιση του χώρου, προειδοποιώντας για κινδύνους από εγκαταλελειμμένα απορρίμματα και σπασμένα γυαλιά που απειλούν την ασφάλεια των παιδιών.
Ο ίδιος επισημαίνει με έμφαση ότι, όταν η επιχείρηση διαχειριζόταν την έκταση, η καθαριότητα ήταν υποδειγματική.
Την ίδια στάση κρατά και ο εκπρόσωπος του συνδέσμου Dehoga Nordrhein, Christoph Becker, ο οποίος αδυνατεί να κατανοήσει τη λογική της απαγόρευσης, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για ένα συνηθισμένο κομμάτι πρασίνου χωρίς ιδιαίτερη περιβαλλοντική αξία.
Ανεξάρτητα από τα τοπικά εμπόδια, οι εκπρόσωποι του κλάδου ξεκαθαρίζουν σε κάθε τόνο ότι η αξιοποίηση των εξωτερικών χώρων αποτελεί αδιαπραγμάτευτο πυλώνα επιβίωσης για την εστίαση, τόσο στα μεγάλα αστικά κέντρα όσο και στην περιφέρεια.