Γερμανία – Σε μια κρίσιμη καμπή εισέρχεται το σύστημα υγείας, καθώς το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο (Bundestag) ψηφίζει σήμερα τον νέο, πολυαναμενόμενο συμβιβασμό για τη σαρωτική μεταρρύθμιση των νοσοκομειακών δομών.
Ο στόχος της νομοθετικής παρέμβασης είναι να καταστήσει το ήδη υπάρχον πλαίσιο πιο λειτουργικό και εφαρμόσιμο στην πράξη, επιφέροντας ωστόσο βαθιές τομές στον υγειονομικό χάρτη της χώρας.
Οι αλλαγές αναμένεται να επηρεάσουν άμεσα και τα περίπου 1.700 νοσηλευτικά ιδρύματα που λειτουργούν αυτή τη στιγμή στην επικράτεια.
Σύμφωνα με τις επίσημες τοποθετήσεις της Ομοσπονδιακής Υπουργού Υγείας, Nina Warken, το προσεχές διάστημα θα υπάρξουν αναπόφευκτα συγχωνεύσεις, ριζικές αναδιαρθρώσεις, αλλά και οριστικά λουκέτα σε κλινικές.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη έρχεται να τροποποιήσει το νομοθέτημα του πρώην υπουργού Karl Lauterbach, το οποίο είχε τεθεί σε ισχύ από τις αρχές του περασμένου έτους, δίνοντας πλέον στα κρατίδια αυξημένη ευελιξία, περισσότερο χρόνο, αλλά και ενισχυμένους οικονομικούς πόρους από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό για την υλοποίηση των σχεδιασμών τους.
Οικονομικές ενέσεις και εξαιρέσεις από τα αυστηρά ποιοτικά κριτήρια
Η βασική καινοτομία του νέου νομοσχεδίου εστιάζει στην εκχώρηση διευρυμένων αρμοδιοτήτων στις τοπικές κυβερνήσεις των κρατιδίων, οι οποίες φέρουν και την αποκλειστική ευθύνη για τον νοσοκομειακό σχεδιασμό.
Βάσει του αναθεωρημένου πλαισίου, οι αρμόδιες αρχές θα έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν παρεκκλίσεις από τις αυστηρές προδιαγραφές ποιότητας που προέβλεπε ο αρχικός σχεδιασμός.
Αυτό μεταφράζεται πρακτικά σε μεγαλύτερη ελαστικότητα όσον αφορά τον ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό εξειδικευμένου ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού ανά τμήμα, καθώς και τον υποχρεωτικό ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό που πρέπει να διαθέτει μια μονάδα για να παραμείνει σε λειτουργία.
Ο εκπρόσωπος του κόμματος SPD για θέματα υγείας, Christos Pantazis, υπεραμύνθηκε της απόφασης να δοθεί μεγαλύτερος ζωτικός χώρος στα κρατίδια, τονίζοντας ότι οι αποφάσεις για το κλείσιμο νοσοκομείων συνοδεύονται σχεδόν πάντα από σφοδρές τοπικές αντιδράσεις.
Όπως εξήγησε, οι δήμοι, οι περιφέρειες και οι τοπικοί άρχοντες επωμίζονται το βάρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η πολιτική υγείας κρύβει τεράστιο δυναμικό πόλωσης, γεγονός που καθιστά αναγκαία την παροχή επαρκούς χρόνου στις τοπικές κοινωνίες προκειμένου να αφομοιώσουν και να εφαρμόσουν ομαλά τις επιβεβλημένες αλλαγές χωρίς να διαρραγεί η κοινωνική συνοχή.
Οι αντιδράσεις, το κόστος και η απώλεια δισεκατομμυρίων
Στον αντίποδα, η παράταξη των Πρασίνων εκφράζει ανοιχτά την απαισιοδοξία της για την τελική έκβαση του εγχειρήματος, κάνοντας λόγο για επικίνδυνη αποδυνάμωση της αρχικής μεταρρύθμισης.
Ο κεντρικός πυρήνας του προηγούμενου σχεδίου στόχευε στην ενίσχυση της εξειδίκευσης των κλινικών, με το σκεπτικό ότι ο υψηλότερος αριθμός συγκεκριμένων επεμβάσεων θα προσέφερε στους γιατρούς και τους νοσηλευτές την απαραίτητη εμπειρία για την αναβάθμιση της περίθαλψης.
Ο αρμόδιος πολιτικός των Πρασίνων, Janosch Dahmen, άσκησε δριμεία κριτική για την παράταση των καθεστώτων εξαίρεσης, υποστηρίζοντας ότι η νέα νομοθεσία θα οδηγήσει σε μειωμένη εξειδίκευση, χαμηλότερη ποιότητα υπηρεσιών και αυξημένα κόστη.
Παράλληλα, εξίσου ανησυχητικές είναι και οι οικονομικές προεκτάσεις της καθυστέρησης, όπως αυτές αποτυπώνονται σε αναλύσεις ειδικών. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία από το οικονομικό ερευνητικό ινστιτούτο RWI, οι αλλεπάλληλες τροποποιήσεις και η χαλάρωση των στόχων ενδέχεται να κοστίσουν στο σύστημα τεράστια ποσά.
Ειδικότερα, εκτιμάται ότι η απώλεια των προσδοκώμενων εξοικονομήσεων θα μπορούσε να αγγίξει έως και τα εννέα δισεκατομμύρια ευρώ σε ετήσια βάση, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους ήδη πιεσμένους προϋπολογισμούς.
Ο κίνδυνος εκτροχιασμού του κόστους αποτελεί ένα από τα βασικότερα επιχειρήματα όσων διαφωνούν με τη μορφή του αναθεωρημένου νομοσχεδίου.
Αλλαγή μοντέλου χρηματοδότησης και η στάση των φορέων
Από την πλευρά της κεντρικής ένωσης των ταμείων υποχρεωτικής ασφάλισης υγείας, εκφράζεται συγκρατημένη αισιοδοξία για την τελική επιτυχία της μεταρρύθμισης, παρά τις εμφανείς καθυστερήσεις.
Η Stefanie Stoff-Ahnis, εκπροσωπώντας τον φορέα, επεσήμανε την κρισιμότητα της άμεσης και αυστηρής εφαρμογής των νέων κανόνων από τα κρατίδια, ξεκαθαρίζοντας ότι τα νομικά παράθυρα και οι εξαιρέσεις δεν πρέπει να μετατραπούν σε μόνιμο κανόνα.
Για την ομαλή λειτουργία των νοσοκομείων, η ταχεία προσαρμογή στα νέα δεδομένα αποτελεί μονόδρομο, καθώς οι διοικήσεις καλούνται να οργανώσουν εκ νέου τις εγκαταστάσεις τους και να μετεκπαιδεύσουν το προσωπικό εν λειτουργία.
Ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα που καλούνται να διαχειριστούν οι κλινικές είναι η ριζική αλλαγή της φιλοσοφίας γύρω από την κατανομή των πόρων.
Το σύστημα παύει να αμείβει τα νοσοκομεία αποκλειστικά με βάση τον αριθμό των ασθενών ή των περιστατικών.
Αντίθετα, θεσπίζεται μια σταθερή αποζημίωση για τη διατήρηση των υποδομών, του εξοπλισμού και της ετοιμότητας του προσωπικού.
Αν και στο παρελθόν η αλλαγή είχε παρουσιαστεί ως εγγύηση επιβίωσης για τις μικρές περιφερειακές μονάδες, ο επικεφαλής της Γερμανικής Νοσοκομειακής Εταιρείας, Gerald Gaß, διέψευσε κατηγορηματικά αυτόν τον ισχυρισμό.
Οι διοικήσεις των νοσοκομείων παραμένουν εξαιρετικά προβληματισμένες από την πρόθεση της κυβέρνησης να αξιολογήσει την κατάσταση σταδιακά τα επόμενα χρόνια πριν λάβει οριστικές αποφάσεις, θεωρώντας αυτή τη στάση επιχειρηματικά αβέβαιη.
Το τελικό ρυθμιστικό βήμα, εφόσον το νομοσχέδιο λάβει το πράσινο φως από το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο, θα γίνει στο τέλος του τρέχοντος μηνός.
Τότε το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat) θα κληθεί να επικυρώσει τον συμβιβασμό, με τις πρώτες ενδείξεις από τις τοπικές κυβερνήσεις να διαφαίνονται, πάντως, θετικές.