Βερολίνο – Σε μια στρατηγική πολιτική ανατροπή που επαναπροσδιορίζει τον ενεργειακό χάρτη της χώρας, ο νέος κυβερνητικός συνασπισμός προχωρά στην πλήρη κατάργηση του αμφιλεγόμενου νόμου για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων. Το νομοθέτημα, το οποίο είχε εισαχθεί στο παρελθόν από τον πρώην υπουργό Οικονομίας Robert Habeck, αντικαθίσταται από ένα νέο ρυθμιστικό πλαίσιο, το οποίο αναμένεται να τεθεί σε πλήρη εφαρμογή από την 1η Ιουλίου.
Οι επικεφαλής των κοινοβουλευτικών ομάδων, Jens Spahn και Matthias Miersch, έχουν ήδη καταλήξει στα βασικά σημεία μιας ευρείας μεταρρύθμισης που υπόσχεται να επιστρέψει στους πολίτες την ελευθερία επιλογής στα συστήματα θέρμανσης. Σύμφωνα με τον νέο σχεδιασμό, καταργείται η αυστηρή υποχρέωση που προέβλεπε ότι κάθε νέο σύστημα θέρμανσης έπρεπε να λειτουργεί με τουλάχιστον 65% ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως η βιομάζα. Αν και αυτή η εξέλιξη παρουσιάζεται αρχικά ως μια σημαντική οικονομική και πρακτική ανακούφιση για εκατομμύρια ιδιοκτήτες ακινήτων και ενοικιαστές σε ολόκληρη την επικράτεια, η πραγματικότητα κρύβει σημαντικούς κινδύνους.
Οι αναλυτές της αγοράς και οι ειδικοί του ενεργειακού τομέα εντοπίζουν τρεις σοβαρές παγίδες στο νέο νομικό πλαίσιο, οι οποίες ενδέχεται να μετατρέψουν την επιλογή της παραδοσιακής θέρμανσης με φυσικό αέριο σε μια εξαιρετικά δαπανηρή και αδιέξοδη επένδυση για τα νοικοκυριά. Η φαινομενική ελευθερία επιλογής συνοδεύεται από μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις και αβεβαιότητες που σχετίζονται με τις τοπικές υποδομές, τις επερχόμενες υποχρεώσεις ανάμειξης καυσίμων και τους σχεδιασμούς των δήμων.
Το αβέβαιο μέλλον των δικτύων φυσικού αερίου και οι αποφάσεις των δήμων
Η πρώτη και ίσως πιο άμεση απειλή για όσους επιλέξουν να εγκαταστήσουν νέους λέβητες φυσικού αερίου σχετίζεται με τη βιωσιμότητα των ίδιων των υποδομών διανομής σε τοπικό επίπεδο. Ήδη, μεγάλες αστικές περιοχές, όπως το Άουγκσμπουργκ και το Μάνχαϊμ, έχουν ανακοινώσει επίσημα τον στρατηγικό τους σχεδιασμό για την πλήρη διακοπή λειτουργίας και την αποξήλωση των δικτύων φυσικού αερίου πολύ πριν από το ορόσημο της κλιματικής ουδετερότητας το 2045.
Σε αυτές τις περιοχές, μια νέα εγκατάσταση θέρμανσης φυσικού αερίου θα αχρηστευθεί αναγκαστικά, υποχρεώνοντας τους ιδιοκτήτες να στραφούν σε εναλλακτικές λύσεις, όπως οι αντλίες θερμότητας ή τα τοπικά δίκτυα τηλεθέρμανσης. Το τοπίο παραμένει εξαιρετικά θολό για την πλειονότητα της χώρας. Σύμφωνα με μια εκτενή έρευνα που διεξήγαγε ο Γερμανικός Σύνδεσμος Τοπικών Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (Verband kommunaler Unternehmen), στην οποία συμμετείχαν 609 δημοτικές επιχειρήσεις και τοπικοί πάροχοι ενέργειας, το 46% των παρόχων δεν έχει καταλήξει ακόμα σε οριστική απόφαση για το μέλλον των δικτύων του.
Παράλληλα, περισσότερες από μία στις πέντε δημοτικές επιχειρήσεις, ποσοστό που αγγίζει το 23%, σχεδιάζουν επί του παρόντος μια υβριδική στρατηγική που περιλαμβάνει τον συνδυασμό μερικής παροπλισμού των υφιστάμενων αγωγών και σταδιακής μετατροπής τους για τη μεταφορά πράσινων αερίων, όπως το υδρογόνο. Αυτή η ρευστή κατάσταση δημιουργεί ένα περιβάλλον απόλυτης ανασφάλειας για τους καταναλωτές που καλούνται να λάβουν αποφάσεις για επενδύσεις χιλιάδων ευρώ με ορίζοντα εικοσαετίας.
Οικονομικές επιβαρύνσεις από την υποχρεωτική ποσόστωση στο βιοαέριο
Ένας δεύτερος, εξίσου σημαντικός κίνδυνος που ελλοχεύει στο νέο νομοθετικό πλαίσιο αφορά τη σταδιακή, αλλά υποχρεωτική, αλλαγή στη σύσταση του καυσίμου που θα τροφοδοτεί τα νοικοκυριά. Με βάση τους νέους κανονισμούς, από το έτος 2029 όλοι οι πάροχοι ενέργειας θα υποχρεούνται νομικά να αναμειγνύουν τουλάχιστον 10% βιοαέριο στο δίκτυο διανομής. Αυτό το ποσοστό δεν θα παραμείνει σταθερό, αλλά προβλέπεται να αυξηθεί κλιμακωτά σε τρία προκαθορισμένα στάδια μέχρι το 2040, δημιουργώντας ένα νέο, ασφυκτικό πλαίσιο κόστους.
Σύμφωνα με τα συγκριτικά δεδομένα της γερμανικής αγοράς, η τρέχουσα μέση τιμή για τα τιμολόγια που περιλαμβάνουν βιοαέριο είναι ήδη κατά 25% υψηλότερη σε σύγκριση με τις συμβατικές χρεώσεις του απλού φυσικού αερίου. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναμένεται να επιβαρύνει δυσανάλογα τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Η αύξηση των τιμών δεν θα προκύψει μόνο από το ίδιο το κόστος παραγωγής του βιοαερίου, αλλά και από μια σειρά παράπλευρων παραγόντων που σχετίζονται με την ευρύτερη ενεργειακή μετάβαση.
Καθώς ο συνολικός αριθμός των καταναλωτών που θα παραμένουν συνδεδεμένοι στα δίκτυα φυσικού αερίου θα μειώνεται σταθερά, το σταθερό κόστος συντήρησης των τεράστιων υποδομών θα πρέπει να επιμεριστεί σε όλο και λιγότερους χρήστες, εκτοξεύοντας τα πάγια τέλη. Αν προσθεθεί σε αυτό και η αναμενόμενη αύξηση της τιμής των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα τα επόμενα χρόνια, το συνολικό κόστος λειτουργίας μιας συμβατικής εγκατάστασης θέρμανσης ενδέχεται να καταστεί απαγορευτικό για τον μέσο πολίτη.
Η απειλή της υποχρεωτικής σύνδεσης στα δημοτικά δίκτυα τηλεθέρμανσης
Η τρίτη παγίδα που κρύβει η νέα νομοθεσία σχετίζεται άμεσα με τον λεγόμενο δημοτικό ενεργειακό σχεδιασμό και την εμβέλεια της τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι δήμοι αποκτούν πλέον τη νομική δυνατότητα να επιβάλουν την υποχρεωτική σύνδεση και χρήση των δικτύων τηλεθέρμανσης, ενσωματώνοντας αυτή την απαίτηση στα επίσημα σχέδια ενεργειακής μετάβασης των πόλεων.
Αυτός ο μηχανισμός καταναγκασμού σημαίνει πρακτικά ότι οι ιδιοκτήτες ακινήτων σε συγκεκριμένες ζώνες δεν θα έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν αυτόνομα τον τρόπο με τον οποίο θα ζεστάνουν τα σπίτια τους. Για να μπορέσει ένας ιδιοκτήτης να εξαιρεθεί από αυτή την αυστηρή δημοτική υποχρέωση, θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει εγγράφως και τεκμηριωμένα ότι διαθέτει ήδη, ή τουλάχιστον σχεδιάζει να εγκαταστήσει άμεσα, μια άλλη, απολύτως φιλική προς το κλίμα λύση, όπως για παράδειγμα μια σύγχρονη αντλία θερμότητας.
Η κρίσιμη λεπτομέρεια εδώ είναι ότι η πρόσφατη εγκατάσταση ενός ολοκαίνουργιου συστήματος θέρμανσης με φυσικό αέριο δεν πληροί αυτά τα αυστηρά περιβαλλοντικά κριτήρια εξαίρεσης. Κατά συνέπεια, ένας πολίτης που θα επενδύσει σήμερα σε έναν λέβητα αερίου, εκμεταλλευόμενος την υποτιθέμενη ελευθερία επιλογής του νέου νόμου, κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπος με μια υποχρεωτική εντολή σύνδεσης στην τοπική τηλεθέρμανση μέσα στα επόμενα χρόνια, βλέποντας το κεφάλαιο που διέθεσε για τη νέα του εγκατάσταση να χάνεται ολοκληρωτικά και χωρίς καμία δυνατότητα αποζημίωσης.
Οι εκτιμήσεις της αγοράς και η πραγματικότητα της βιομάζας
Οι εκπρόσωποι της αγοράς ενέργειας και οι θεσμικοί φορείς εκφράζουν έντονο προβληματισμό για τις συνέπειες αυτών των νομοθετικών κενών. Ειδικοί σε θέματα ενεργειακής πολιτικής από τον ιδιωτικό τομέα, όπως ο Markus Meyer από την εταιρεία Enpal, επισημαίνουν μέσω του γερμανικού τύπου ότι τα ιδιωτικά νοικοκυριά βρίσκονται προ του φάσματος μιας τεράστιας οικονομικής παγίδας. Ο ίδιος εξηγεί ότι οι δαπάνες για τα συστήματα φυσικού αερίου θα ακολουθήσουν αναπόφευκτα ανοδική πορεία, εξαιτίας της διαρκούς ανατίμησης των δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων, του καταμερισμού του κόστους των δικτύων σε μια συνεχώς συρρικνούμενη πελατειακή βάση και, φυσικά, της αντικειμενικής στενότητας που παρατηρείται στην προσφορά βιοαερίου.
Την ίδια στιγμή, ο Ingbert Liebing, επικεφαλής του Γερμανικού Συνδέσμου Τοπικών Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας, διατυπώνει σοβαρές αμφιβολίες για τη σκοπιμότητα του σχεδίου, τονίζοντας ότι επί του παρόντος δεν διαφαίνεται κανένας ρεαλιστικός τρόπος για να αυξηθεί μαζικά η παραγωγή πράσινων αερίων, και ειδικότερα του βιομεθανίου, ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες ανάμειξης χωρίς αυτό να μετακυλίσει ένα δυσβάσταχτο κόστος στις πλάτες των ιδιοκτητών και των ενοικιαστών.
Επιπλέον, η Marie-Luise Wolff, η οποία προεδρεύει της οργάνωσης Wirtschaftsvereinigung der Grünen, προειδοποιεί ξεκάθαρα ότι οι διαθέσιμες ποσότητες βιοαερίου στην εγχώρια παραγωγή δεν επαρκούν σε καμία περίπτωση για να εξασφαλίσουν την κλιματικά ουδέτερη λειτουργία του δικτύου φυσικού αερίου έως το 2045. Όπως διευκρινίζει, τα σημερινά επίπεδα βιοαερίου αντιπροσωπεύουν μόλις ένα εξαιρετικά μικρό ποσοστό, της τάξης του δύο έως τρία τοις εκατό, σε σχέση με τον συνολικό όγκο αερίου που καταναλώνεται στον ευρύτερο τομέα της θέρμανσης.