Μαδρίτη – Μια διαφορετική προσέγγιση στο φλέγον ζήτημα της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών επιλέγει η ισπανική κυβέρνηση, κινούμενη σε τροχιά απόκλισης από την αυστηρή πολιτική που υιοθετούν οι περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ προχωρά σε μια τολμηρή κίνηση κανονιστικής ρύθμισης, η οποία αναμένεται να βγάλει από το καθεστώς της παρανομίας περίπου 500.000 ανθρώπους που ζουν και εργάζονται στη χώρα χωρίς τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα.
Η απόφαση αυτή, που έχει ήδη προκαλέσει έντονες συζητήσεις εντός και εκτός συνόρων, έρχεται να αναγνωρίσει μια πραγματικότητα που, σύμφωνα με την Μαδρίτη, δεν μπορεί πλέον να αγνοείται.
Η πρωτοβουλία έγινε δεκτή με ανακούφιση από οργανώσεις πολιτών και κινήματα όπως το «Regularización Ya!», το οποίο αγωνιζόταν επί μία εξαετία για αυτόν τον σκοπό.
Η εκπρόσωπος της οργάνωσης, Σιλβάνα Καμπρέρα, βλέπει στο πρόσωπο της κυβερνητικής απόφασης τη δικαίωση των προσπαθειών εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών που στήριξαν το αίτημα.
Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται, πίσω από κάθε διοικητική πράξη νομιμοποίησης βρίσκεται μια ανθρώπινη ιστορία αναμονής και ελπίδας για έξοδο από το περιθώριο.
Η υπουργός Κοινωνικής Δικαιοσύνης και Μετανάστευσης, Έλμα Σάις, υπεραμύνθηκε της απόφασης, τονίζοντας πως η πολιτεία επιλέγει να μην εθελοτυφλεί μπροστά στο πρόβλημα, αλλά να προτάσσει τον σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Αυστηρά κριτήρια και δικλείδες ασφαλείας
Η διαδικασία νομιμοποίησης δεν είναι οριζόντια και χωρίς προϋποθέσεις, καθώς η κυβέρνηση έχει θεσπίσει συγκεκριμένα φίλτρα για να διασφαλίσει τη δημόσια τάξη και να αποτρέψει τη δημιουργία νέου πόλου έλξης παράτυπης μετανάστευσης.
Το μέτρο αφορά αποκλειστικά όσους διέμεναν στην ισπανική επικράτεια για χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε μηνών πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2025.
Η χρονική αυτή ασφαλιστική δικλείδα τίθεται ώστε να μην ερμηνευθεί η ρύθμιση ως πρόσκληση για νέες αφίξεις εντός του 2026.
Πέραν του χρονικού περιορισμού, θεμελιώδης προϋπόθεση για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι το λευκό ποινικό μητρώο.
Οι αιτούντες ελέγχονται αυστηρά ώστε να διαπιστωθεί ότι δεν αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια και ότι δεν εκκρεμεί σε βάρος τους καμία απαγόρευση εισόδου στη χώρα.
Επιπλέον, βαρύτητα δίνεται στην εργασιακή κατάσταση ή στο καθεστώς προστασίας των ενδιαφερομένων.
Η διοικητική μηχανή αναμένεται να τεθεί σε πλήρη λειτουργία από τον Απρίλιο, με τις πρώτες νομιμοποιήσεις να τοποθετούνται χρονικά τον Ιούνιο, ενώ ήδη παρατηρείται αυξημένη κινητικότητα σε διπλωματικές αρχές για την έκδοση των απαραίτητων πιστοποιητικών ποινικού μητρώου.
Οικονομικός ρεαλισμός και ανάγκες της αγοράς
Η πλειονότητα των ωφελούμενων προέρχεται από χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπως η Κολομβία, η Ονδούρα και το Περού, με πολλούς να έχουν εισέλθει αρχικά στη χώρα ως τουρίστες.
Οι άνθρωποι αυτοί απασχολούνται ήδη σε κρίσιμους τομείς της ισπανικής οικονομίας, όπως οι κατασκευές, ο τουρισμός και η φροντίδα ηλικιωμένων, συχνά υπό καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας.
Οικονομικοί αναλυτές, όπως ο Ραϊμούντο Τόρες, επισημαίνουν ότι η παρουσία τους είναι ζωτικής σημασίας για την κάλυψη θέσεων που δεν προσελκύουν το εγχώριο εργατικό δυναμικό, λόγω διαφορετικών προσόντων και φιλοδοξιών.
Η ένταξη αυτών των εργαζομένων στην τυπική οικονομία αναμένεται να επιλύσει και στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.
Μέσω της νομιμοποίησης, επιχειρείται να παταχθεί το φαινόμενο του αθέμιτου πλεονεκτήματος που αποκτούν εργοδότες οι οποίοι εκμεταλλεύονται την ανάγκη των παράτυπων μεταναστών προσφέροντας εξαιρετικά χαμηλές αμοιβές, εις βάρος των επιχειρήσεων που λειτουργούν νόμιμα.
Παράλληλα, εκπρόσωποι του αγροτικού τομέα, όπως ο Κριστόμπαλ Κάνο, υπογραμμίζουν πως η μετανάστευση είναι απαραίτητη για τη διατήρηση του κράτους πρόνοιας και την ανάπτυξη, αρκεί να γίνεται με όρους δικαιωμάτων και όχι εκμετάλλευσης.
Πολιτική αντιπαράθεση και ιστορικό προηγούμενο
Η απόφαση της κυβέρνησης Σάντσεθ έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση της αντιπολίτευσης.
Ο ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος, Αλμπέρτο Νούνιες Φεϊχό, έχει δεσμευτεί ότι σε περίπτωση εκλογικής νίκης θα ανατρέψει τη διαδικασία, ενώ αντιδράσεις καταγράφονται και από τον χώρο της Ακροδεξιάς.
Παρά την τρέχουσα πόλωση, η ιστορία δείχνει ότι οι μαζικές νομιμοποιήσεις δεν αποτελούν αποκλειστικότητα ενός πολιτικού χώρου στην Ισπανία.
Από τη δεκαετία του 1980, πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχουν νομιμοποιηθεί από κυβερνήσεις διαφορετικών αποχρώσεων, συμπεριλαμβανομένης της συντηρητικής κυβέρνησης του Χοσέ Μαρία Αθνάρ και της σοσιαλιστικής του Χοσέ Λουίς Θαπατέρο.
Ωστόσο, πολιτικοί επιστήμονες όπως ο Πάμπλο Σιμόν, ερμηνεύουν αυτές τις περιοδικές ρυθμίσεις ως ένδειξη δυσλειτουργίας του συστήματος.
Η συσσώρευση ανθρώπων σε καθεστώς παρανομίας και η ανάγκη για εκ των υστέρων μαζικές διευθετήσεις υποδηλώνουν ότι οι τακτικοί δίαυλοι νόμιμης μετανάστευσης δεν επαρκούν για να ανταποκριθούν στις πραγματικές ανάγκες, οδηγώντας τις κυβερνήσεις σε αναγκαστικές λύσεις όταν το πρόβλημα διογκώνεται.
