Ουάσιγκτον – Σε αχαρτογράφητα νερά εισέρχεται η παγκόσμια κοινότητα τις επόμενες ώρες, καθώς εκπνέει και τυπικά η συνθήκη New START, η τελευταία μεγάλη διμερής συμφωνία που ρύθμιζε και περιόριζε τα πυρηνικά οπλοστάσια των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας.
Η λήξη της ισχύος της συμφωνίας, η οποία υπεγράφη το 2010 στην Πράγα, σηματοδοτεί το τέλος ενός πλαισίου ελέγχου που για χρόνια διασφάλιζε μια σχετική σταθερότητα μεταξύ των δύο μεγαλύτερων πυρηνικών δυνάμεων του πλανήτη.
Από την ερχόμενη Πέμπτη, Μόσχα και Ουάσιγκτον δεν θα δεσμεύονται πλέον από κανένα επίσημο νομικό κείμενο που να περιορίζει τον αριθμό των στρατηγικών κεφαλών ή των συστημάτων εκτόξευσης.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αστάθειας, αφαιρώντας τις δικλείδες ασφαλείας που είχαν οικοδομηθεί σταδιακά μετά την κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962 και τις συνθήκες που ακολούθησαν (SALT, START I και II).
Το ιστορικό πλαίσιο και η απώλεια της διαφάνειας
Η New START δεν ήταν απλώς μια συμφωνία περιορισμού αριθμών, αλλά ένας μηχανισμός οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Περιόριζε το οπλοστάσιο κάθε πλευράς σε 1.550 ανεπτυγμένες πυρηνικές κεφαλές και 800 συστήματα εκτόξευσης (πυραύλους και βομβαρδιστικά).
Το κρισιμότερο στοιχείο της, ωστόσο, ήταν το καθεστώς των αμοιβαίων επιθεωρήσεων και της ανταλλαγής δεδομένων, το οποίο επέτρεπε σε κάθε πλευρά να γνωρίζει τις δυνατότητες της άλλης.
Η λειτουργικότητα της συνθήκης είχε ήδη πληγεί από το 2023, όταν η Ρωσία ανέστειλε τη συμμετοχή της στο σκέλος των επιθεωρήσεων, επικαλούμενη τη δυτική στήριξη προς την Ουκρανία.
Η τυπική λήξη της συμφωνίας τώρα εξαλείφει και τις τελευταίες γέφυρες επικοινωνίας για τα πυρηνικά, αυξάνοντας τον κίνδυνο παρεξηγήσεων και λανθασμένων εκτιμήσεων σε περιόδους κρίσης.
Ο κίνδυνος κούρσας εξοπλισμών και οι οικονομικοί περιορισμοί
Η απουσία περιορισμών δημιουργεί φόβους για έναν νέο, ανεξέλεγκτο αγώνα δρόμου στην παραγωγή πυρηνικών όπλων.
Ο Ματ Κόρντα, από την Ομοσπονδία Αμερικανών Επιστημόνων, επισημαίνει ότι θεωρητικά, χωρίς τη συνθήκη, οι δύο υπερδυνάμεις θα μπορούσαν να διπλασιάσουν τα οπλοστάσιά τους, προσθέτοντας εκατοντάδες νέες κεφαλές. Ωστόσο, αναλυτές εκτιμούν ότι αυτό δεν θα συμβεί άμεσα ή αυτόματα.
Το τεράστιο οικονομικό κόστος κατασκευής, συντήρησης και εκσυγχρονισμού των πυρηνικών υποδομών λειτουργεί ως φυσικό φρένο. ΗΠΑ και Ρωσία έχουν ήδη δαπανήσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια για τον εκσυγχρονισμό των δυνάμεών τους και μια περαιτέρω μαζική επέκταση θα απαιτούσε πόρους που ίσως δεν είναι άμεσα διαθέσιμοι.
Παρόλα αυτά, η τεχνολογική διάσταση της κούρσας εξοπλισμών παραμένει ενεργή, με την ανάπτυξη νέων συστημάτων που θα μπορούσαν να διαταράξουν την ισορροπία τρόμου.
Ο ρόλος της Κίνας και οι δυσκολίες μιας νέας συμφωνίας
Ένας κρίσιμος παράγοντας στη νέα εξίσωση είναι η Κίνα, η οποία δεν δεσμευόταν από τη New START.
Το Πεκίνο έχει επιταχύνει το πυρηνικό του πρόγραμμα, υπερδιπλασιάζοντας το οπλοστάσιό του την τελευταία δεκαετία και φτάνοντας περίπου τις 600 κεφαλές.
Αν και ο αριθμός αυτός παραμένει πολύ μικρότερος από τις περίπου 5.000 κεφαλές που διαθέτουν αντίστοιχα ΗΠΑ και Ρωσία, η ανοδική τάση προβληματίζει την Ουάσιγκτον.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει εκφράσει την πρόθεση για μια «καλύτερη συμφωνία» που θα περιλαμβάνει ενδεχομένως και την Κίνα.
Ωστόσο, ειδικοί όπως η Τζένιφερ Κάβανα από την Defense Priorities χαρακτηρίζουν αυτές τις προσδοκίες υπεραισιόδοξες.
Η απουσία ουσιαστικών διαπραγματεύσεων το τελευταίο διάστημα και η μη ανταπόκριση των ΗΠΑ στην πρόταση Πούτιν για μονοετή παράταση της New START δείχνουν το χάσμα που χωρίζει τις πλευρές.
Απειλή για τη Συνθήκη Μη Διάδοσης
Η κατάρρευση του διμερούς ελέγχου ΗΠΑ-Ρωσίας ενδέχεται να έχει ευρύτερες επιπτώσεις στο παγκόσμιο σύστημα ασφαλείας.
Η Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT) του 1970, η οποία στηρίζεται στην υπόσχεση των πυρηνικών δυνάμεων για σταδιακό αφοπλισμό ως αντάλλαγμα για τη μη απόκτηση όπλων από τρίτες χώρες, κινδυνεύει να υπονομευθεί.
Αναλυτές όπως ο Άλεξ Κόλμπιν του Bulletin of the Atomic Scientists τονίζουν ότι η στρατηγική αξία των πυρηνικών για τη διατήρηση της σταθερότητας έχει υποχωρήσει, ειδικά μετά την εισβολή στην Ουκρανία, μετατρέποντας τα όπλα αυτά από εγγυητές ασφάλειας σε παράγοντες αυξημένου ρίσκου και πολυπλοκότητας στις διεθνείς σχέσεις.
