Γερμανία – Οριστικό τέλος στον αμφιλεγόμενο νόμο για τη θέρμανση (Heizungsgesetz) έβαλε η γερμανική βουλή, ψηφίζοντας το νέο πλαίσιο εκσυγχρονισμού των κτιρίων. Η απόφαση καταργεί την αυστηρή υποχρέωση χρήσης 65% ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, επιτρέποντας εκ νέου την εγκατάσταση συστημάτων φυσικού αερίου και πετρελαίου. Οι αλλαγές διαμορφώνουν νέα δεδομένα στις κρατικές επιδοτήσεις, εισάγουν σταδιακά υποχρεωτικά βιοκαύσιμα και δημιουργούν μια νέα κατανομή εξόδων που επηρεάζει άμεσα ιδιοκτήτες και ενοικιαστές.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Καταργείται άμεσα η υποχρεωτική λειτουργία νέων συστημάτων με 65% ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
- Από το 2029 επιβάλλεται σταδιακή χρήση βιοκαυσίμων (10%), φτάνοντας το 60% έως το 2040.
- Ενισχυμένα ποσοστά επιδότησης για ιδιοκτήτες με ετήσιο εισόδημα έως 30.000 ευρώ.
Η επιστροφή στην ελευθερία επιλογής καυσίμου
Ο νέος νόμος, ο οποίος φέρει την επίσημη ονομασία Gebäudemodernisierungsgesetz, ανατρέπει τους σκληρούς περιορισμούς που είχε προωθήσει ο πρώην υπουργός Οικονομίας, Robert Habeck. Το Bundestag αποφάσισε να δώσει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στους ιδιοκτήτες ακινήτων, καταργώντας το πολυσυζητημένο άρθρο 71. Η κεντρική διάταξη που απαιτούσε από κάθε νέα εγκατάσταση θέρμανσης να βασίζεται κατά 65% σε ανανεώσιμες πηγές, αποτελεί πλέον παρελθόν. Οι πολίτες μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία των παλαιών συστημάτων, αλλά και να εγκαθιστούν νέους λέβητες πετρελαίου και φυσικού αερίου χωρίς περιορισμούς στην τεχνολογία.
Ο κυβερνητικός συνασπισμός υλοποιεί μια βασική δέσμευση που είχε τεθεί προεκλογικά, κυρίως μετά από έντονες πιέσεις της συντηρητικής παράταξης. Σύμφωνα με στελέχη όπως ο Sepp Müller, η νέα προσέγγιση αντικαθιστά την κρατική επιβολή με την ελευθερία της επιλογής, προσφέροντας στις οικογένειες τον απαραίτητο χρόνο για να προσαρμοστούν στα νέα ενεργειακά δεδομένα χωρίς το φόβο άμεσων προστίμων ή αναγκαστικών αντικαταστάσεων.
Οι νέοι κανόνες για τα βιοκαύσιμα και το κρυφό κόστος
Παρά τη χαλάρωση των άμεσων μέτρων, ο εθνικός στόχος για πλήρη κλιματική ουδετερότητα έως το 2045 παραμένει σε ισχύ. Για να διασφαλιστεί η μετάβαση, η κυβέρνηση εισάγει μια κλίμακα σταδιακής πράσινης μετάβασης, γνωστή ως “Biotreppe”. Βάσει αυτής, όσα συστήματα πετρελαίου και φυσικού αερίου εγκατασταθούν από το 2029 και μετά, θα είναι υποχρεωμένα να χρησιμοποιούν ένα ποσοστό βιοαερίου ή βιοπετρελαίου. Η αρχική απαίτηση ξεκινά από το 10% και προβλέπεται να σκαρφαλώσει στο 60% μέχρι το έτος 2040.
Αυτή η μετάβαση, ωστόσο, έχει προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας, καθώς τα κλιματικά φιλικά καύσιμα είναι σήμερα δυσεύρετα και ιδιαιτέρως δαπανηρά. Η νομοθεσία προβλέπει ότι το αυξημένο κόστος για τη χρήση βιομάζας, καθώς και τα τέλη για τις εκπομπές CO2 και τα δίκτυα, θα επιμερίζονται κατά 50% ανάμεσα σε ιδιοκτήτες και ενοικιαστές. Η συγκεκριμένη ρύθμιση εγκυμονεί τον κίνδυνο σημαντικής αύξησης των κοινόχρηστων δαπανών (Nebenkosten) για εκατομμύρια ενοικιαστές τα επόμενα χρόνια.
Πολιτικές αντιδράσεις και κλιμάκωση στο συνταγματικό δικαστήριο
Οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης είναι σφοδρές. Εκπρόσωποι των Πρασίνων, όπως η Katharina Dröge, χαρακτήρισαν τις αλλαγές ως επιταχυντή της κλιματικής κρίσης, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι αγνοεί το μέλλον επιστρέφοντας στα ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα. Οι επικριτές επισημαίνουν ότι ο νέος νόμος ουσιαστικά “κλειδώνει” τη χώρα σε ξεπερασμένες υποδομές φυσικού αερίου για αρκετές δεκαετίες ακόμη.
Τη σκυτάλη των αντιδράσεων πήραν οι μεγάλες περιβαλλοντικές οργανώσεις της χώρας. Η οργάνωση Deutsche Umwelthilfe θεωρεί ότι οι νέοι κανονισμοί παραβιάζουν τους εθνικούς στόχους για το κλίμα. Ήδη έχει προαναγγείλει την κατάθεση προσφυγής στο ανώτατο δικαστήριο κατά της νέας νομοθεσίας, αμέσως μόλις αυτή αποκτήσει πλήρη νομική ισχύ, ελπίζοντας σε ακύρωση των ευνοϊκών ρυθμίσεων για τα ορυκτά καύσιμα.
Ενισχυμένες επιδοτήσεις για ευάλωτα νοικοκυριά
Προκειμένου να αμβλυνθούν οι οικονομικές επιπτώσεις και να ενθαρρυνθεί η ενεργειακή αναβάθμιση, η επιτροπή προϋπολογισμού ενεργοποίησε ένα νέο, άμεσα εφαρμόσιμο πρόγραμμα επιδοτήσεων. Το επικαιροποιημένο πακέτο συνδέει τα ποσοστά επιχορήγησης πιο στενά με κοινωνικά και εισοδηματικά κριτήρια. Όσοι διαμένουν στο δικό τους ακίνητο και έχουν συνολικό ετήσιο εισόδημα που δεν ξεπερνά τα 30.000 ευρώ, θα λαμβάνουν τη μέγιστη δυνατή κρατική στήριξη για την αλλαγή του συστήματος θέρμανσης.
Ο κυβερνητικός σχεδιασμός προβλέπει συνολικά κονδύλια ύψους 44 δισεκατομμυρίων ευρώ μέχρι το 2030 για την ενεργειακή αποδοτικότητα των κτιρίων. Την ίδια στιγμή, το Bundesrat ζητά ευελιξία για τα ομόσπονδα κρατίδια. Πολλές τοπικές κυβερνήσεις επιθυμούν να πετύχουν την κλιματική ουδετερότητα νωρίτερα από το 2045 και διεκδικούν νομικές ρήτρες που θα τους επιτρέπουν να εφαρμόσουν πιο αυστηρούς τοπικούς κανονισμούς, παρακάμπτοντας τη χαλάρωση του ομοσπονδιακού νόμου.