Γερμανία – Ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού που ζει και εργάζεται στη Γερμανία εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να αναζητήσει την τύχη του σε άλλες χώρες, σύμφωνα με τα ευρήματα νέας μελέτης που έρχεται στο φως της δημοσιότητας. Συγκεκριμένα, περίπου το 21% των ανθρώπων στη χώρα δήλωσε ότι σκέφτηκε την πιθανότητα μετανάστευσης στο εξωτερικό κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ του καλοκαιριού του 2024 και του καλοκαιριού του 2025. Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από την έρευνα του Γερμανικού Κέντρου Έρευνας για την Ενσωμάτωση και τη Μετανάστευση (DeZIM), αναδεικνύοντας τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η γερμανική αγορά εργασίας στη διατήρηση του ανθρώπινου δυναμικού της.
Η Yuliya Kosyakova, επικεφαλής του ερευνητικού τομέα «Μετανάστευση, Ενσωμάτωση και Διεθνής Έρευνα Αγοράς Εργασίας» στο Ινστιτούτο Έρευνας για την Αγορά Εργασίας και τα Επαγγέλματα (IAB), χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο ποσοστό ως «υψηλό». Ωστόσο, διευκρινίζει πως το νούμερο αυτό δεν είναι απαραίτητα λόγος για άμεσο συναγερμό, καθώς απαιτείται προσεκτική ανάλυση της διαφοράς μεταξύ της απλής σκέψης και της τελικής απόφασης για αποχώρηση.
Από τη σκέψη στην πράξη: Η πραγματική τάση φυγής
Όπως επισημαίνει η Kosyakova, υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη θεωρητική εξέταση της μετανάστευσης και την υλοποίησή της. Βάσει των στοιχείων που έχει στη διάθεσή του το IAB, το ποσοστό εκείνων που έχουν καταστρώσει συγκεκριμένο σχέδιο για να φύγουν από τη Γερμανία εντός των επόμενων δώδεκα μηνών περιορίζεται περίπου στο 3%. Παρόλα αυτά, η ανάλυση των δημογραφικών χαρακτηριστικών αυτών των ομάδων αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη κινητικότητα σε άτομα που διαθέτουν ήδη μεταναστευτικό υπόβαθρο.
Η τάση αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι οι άνθρωποι με ιστορικό μετανάστευσης αντιμετωπίζουν χαμηλότερα εμπόδια κινητικότητας. Διαθέτουν συχνά διεθνή δίκτυα επαφών και γλωσσικές δεξιότητες που τους επιτρέπουν να προσαρμοστούν ευκολότερα σε νέα περιβάλλοντα, καθιστώντας την επιλογή μιας νέας μετεγκατάστασης πιο προσιτή σε σχέση με τον γηγενή πληθυσμό.
Ο κίνδυνος απώλειας ταλέντων και οι ανταγωνιστές
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο της έρευνας εντοπίζεται στο προφίλ των πιθανών μεταναστών. Πρόκειται συχνά για άτομα υψηλής εκπαίδευσης, τα οποία είναι άριστα ενσωματωμένα στην κοινωνία και οικονομικά επιτυχημένα. Τα δεδομένα δείχνουν ότι ακριβώς αυτές οι ομάδες, οι οποίες θεωρούνται κρίσιμες για την καινοτομία, την οικονομική ανάπτυξη και τη σταθερότητα της αγοράς εργασίας, εμφανίζουν αυξημένη προθυμία αποχώρησης. Διαθέτουν ρεαλιστικές εναλλακτικές λύσεις καριέρας και είναι περιζήτητοι στον διεθνή στίβο.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί μια δύσκολη εξίσωση για τη γερμανική οικονομία. Ενώ η χώρα χρειάζεται μακροπρόθεσμα περίπου 400.000 νέους μετανάστες ετησίως για να στηρίξει το εργατικό της δυναμικό, υπολογίζεται ότι περίπου 300.000 άτομα εργάσιμης ηλικίας με μεταναστευτικό υπόβαθρο έχουν συγκεκριμένα σχέδια φυγής. Στον παγκόσμιο ανταγωνισμό για την προσέλκυση εξειδικευμένου προσωπικού, χώρες όπως η Ελβετία και οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής αναδεικνύονται ως οι κυριότεροι προορισμοί, προσελκύοντας επαγγελματίες με ελκυστικότερα πακέτα αποδοχών και συνθήκες εργασίας.
Στρατηγικές ανάσχεσης και ο ρόλος του κοινωνικού κλίματος
Για την αναστροφή αυτής της τάσης και τη συγκράτηση του ανθρώπινου κεφαλαίου, η Kosyakova προτείνει μια σειρά από θεσμικές παρεμβάσεις. Η μείωση της γραφειοκρατίας, η επιτάχυνση των διοικητικών διαδικασιών και η δημιουργία ενός ανταγωνιστικού φορολογικού πλαισίου αποτελούν βασικές προϋποθέσεις. Εξίσου σημαντική θεωρείται η διασφάλιση σταθερών οικονομικών προοπτικών που θα εμπνέουν ασφάλεια στους εργαζόμενους.
Πέραν των οικονομικών παραγόντων, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν και οι κοινωνικές παράμετροι. Η παρουσία οικογένειας στη Γερμανία λειτουργεί ως ισχυρός ανασταλτικός παράγοντας για τη μετανάστευση, ενώ η διευκόλυνση της οικογενειακής επανένωσης μπορεί να λειτουργήσει σταθεροποιητικά. Το αίσθημα του «ανήκειν» και η συχνή επαφή με τον γηγενή πληθυσμό ενισχύουν την παραμονή στη χώρα. Αντίθετα, εμπειρίες διακριτικής μεταχείρισης και ένα κοινωνικό κλίμα που αμφισβητεί τη θέση των μεταναστών στην κοινωνία αυξάνουν δραματικά τις πιθανότητες αποχώρησης.
Η προοπτική της επιστροφής
Μια πτυχή που συχνά υποτιμάται είναι η δυναμική της παλιννόστησης. Πολλοί από όσους φεύγουν δεν αντιλαμβάνονται την απόφασή τους ως οριστική, αλλά ως μια προσωρινή φάση επαγγελματικής εμπειρίας. Το αν τελικά θα επιστρέψουν στη Γερμανία εξαρτάται από τις συνθήκες που θα συναντήσουν: διαφανείς κανόνες, απλές διαδικασίες αναγνώρισης προσόντων, αξιόπιστη δημόσια διοίκηση και ελκυστικές επαγγελματικές ευκαιρίες. Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αν η αγορά εργασίας και η κοινωνία είναι έτοιμες να υποδεχθούν και να αξιοποιήσουν την εμπειρία που απέκτησαν αυτά τα άτομα στο εξωτερικό.
